doctor

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈdɒktər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈdɑktɚ/ ,USA pronunciation: respelling(doktər)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Ο όρος 'doctor' παραπέμπει στον όρο ''doctor''. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'doctor' is cross-referenced with ''doctor''. It is in one or more of the lines below.
Σε αυτή τη σελίδα: doctor, Dr., doc

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
doctor n(medical professional)γιατρός ουσ αρσ/θηλ
 (επίσημο)ιατρός ουσ αρσ/θηλ
 (καθομιλουμένη, λαϊκό)γιατρίνα ουσ θηλ
 My husband is sick: he needs to see a doctor.
 Ο άντρας μου είναι άρρωστος. Πρέπει να δει γιατρό.
Doctor n(term of address: Doctor) (κάτοχος διδακτορικού)δόκτωρ ουσ αρσ/θηλ
 (συντομογραφία)Δρ. ουσ αρσ/θηλ
 (επαγγελματίας υγείας)γιατρέ ουσ αρσ/θηλ
 Our next speaker is Doctor Roberts. Good afternoon, Doctor Jones. Can you give me something for the pain, Doctor?
 Ο επόμενος ομιλητής μας είναι ο δόκτωρ Ρόμπερτς.
 Μπορείτε να μου δώσετε κάτι για τον πόνο, γιατρέ;
doctor n(holder of PhD, etc.)διδάκτωρ, δόκτορας ουσ αρσ/θηλ
  δόκτωρ ουσ αρσ/θηλ
 (συντομογραφία)Δρ. ουσ αρσ/θηλ
 Nadia became a doctor when she gained a PhD in political science.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ο πατέρας μου είναι διδάκτωρ (or: δόκτορας) των Πολιτικών Επιστημών.
doctor [sth] vtr(falsify)παραποιώ ρ μ
 (μτφ, καθομιλουμένη)μαγειρεύω ρ μ
 The defendant was accused of doctoring the evidence before the police took it away.
 Ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε ότι παραποίησε τα στοιχεία πριν τα παραλάβει η αστυνομία.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Τον κατηγόρησαν ότι δωροδοκήθηκε και μαγείρεψε τα στοιχεία.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
doctor nslang, figurative (expert)ειδικός επίθ ως ουσ αρσ
 (χιουμοριστικό)γιατρός ουσ αρσ/θηλ
 The computer doctor came by and fixed the problem.
 Ήρθε ο ειδικός του υπολογιστή και διόρθωσε το πρόβλημα.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ήρθε ο γιατρός και μας έφτιαξε τον υπολογιστή.
doctor vidated (act as a doctor)ασκώ την ιατρική περίφρ
 He has been doctoring for three years now.
doctor [sb] vtrdated (treat medically)γιατρεύω ρ μ
 He doctored the patient back to full health.
doctor [sth] vtrslang, figurative (fix)φτιάχνω, επισκευάζω ρ μ
 Try to doctor that device into working again by noon.
doctor [sth] vtrslang, figurative (alter)αλλάζω ρ μ
 (προς το καλύτερο)διορθώνω ρ μ
 Let me doctor the display a little to make it appear better.
doctor [sb/sth] vtrUK (castrate)στειρώνω ρ μ
 Yes, we need to get our two dogs doctored soon.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Dr. (US),
Dr (UK)
n
written, abbreviation (Doctor: title) (σντμ: δόκτωρ)Δρ., Δρ ουσ αρσ/θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
doc ninformal, abbreviation (doctor)γιατρός ουσ αρσ, ουσ θηλ
 The doc will see you now.
Doc ninformal, abbreviation (term of address: Doctor) (προσφώνηση)γιατρέ ουσ αρσ/θηλ
 Is there a pill I can take to reduce my symptoms, Doc?
doc nabbreviation (document)έγγραφο ουσ ουδ
 Attach the doc to an email and send it immediately.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
doctor | Dr. | doc
ΑγγλικάΕλληνικά
attending doctor n(physician in charge of a case) (γιατρός σε νοσοκομείο)επιμελητής, επιμελήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
Σχόλιο: Χρησιμοποιείται ευρέως στην καθομιλουμένη.
beauty doctor n(performs cosmetic treatments) (ανεπίσημο)αισθητικός ιατρός επίθ + ουσ αρσ/θηλ
Doctor of Philosophy n(highest university degree)διδακτορικό δίπλωμα επίθ + ουσ ουδ
 (καθομιλουμένη)διδακτορικό επίθ ως ουσ ουδ
Doctor of Philosophy n(person holding PhD degree)διδάκτωρ ουσ αρσ/θηλ
  κάτοχος διδακτορικού διπλώματος φρ ως ουσ αρσ/θηλ
doctor's appointment n(scheduled medical consultation)ραντεβού με το γιατρό, ραντεβού στο γιατρό περίφρ
 I have a doctor's appointment tomorrow, and a dentist appointment the day after.
doctor's office (US),
doctor's surgery (UK)
n
(where you see a doctor)ιατρείο ουσ ουδ
 (καθομιλουμένη)στον γιατρό περίφρ
 I went to the doctor's office to get a prostate exam.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η γραμματέας μπήκε στο ιατρείο και βρήκε τον κ. Δημητρίου να μελετά μια ακτινογραφία.
 Πήγα στον γιατρό για μια εξέταση προστάτη.
doctor's visit n(scheduled medical appointment)ραντεβού στον γιατρό φρ ως ουσ ουδ
  επίσκεψη στον ιατρό φρ ως ουσ θηλ
  επίσκεψη στο ιατρείο φρ ως ουσ θηλ
eye doctor n(ophthalmologist)οφθαλμίατρος ουσ αρσ
  οφθαλμίατρος ουσ θηλ
 My eye doctor diagnosed me with glaucoma.
family doctor,
family physician
n
mainly US (GP: physician who treats all ages)οικογενειακός γιατρός επίθ + ουσ αρσ/θηλ
 (ειδικότητα)γενικός ιατρός επίθ + ουσ αρσ/θηλ
foot doctor n(podiatrist)ποδίατρος, ποδολόγος ουσ αρσ
 I went to the foot doctor to have my bunions removed.
GP nUK, colloquial, initialism (doctor: general practitioner)γενικός γιατρός επίθ + ουσ αρσ/θηλ
 (καθομιλουμένη: συχνό αν και αδόκιμο)παθολόγος ουσ αρσ/θηλ
 When is the last time you saw your GP for a physical exam?
head doctor n(chief medical officer)επικεφαλής γιατρός επίθ + ουσ αρσ/θηλ
  επικεφαλής ιατρός επίθ + ουσ αρσ/θηλ
 Mr. Smith was the head doctor at the surgical unit.
head doctor nslang (psychiatrist) (καθομιλουμένη)τρελογιατρός ουσ αρσ/θηλ
 That guy has mental problems - he needs to see a head doctor.
 Εκείνος ο τύπος έχει ψυχολογικά προβλήματα - πρέπει να δει έναν τρελογιατρό.
herbalist,
herb doctor
n
([sb] who offers herbal treatments)βοτανοθεραπευτής, βοτανοθεραπεύτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
JD ninitialism (law degree: Juris Doctor)Δ.Ν. φρ ως ουσ αρσ/θηλ
  Διδάκτωρ Νομικής φρ ως ουσ αρσ/θηλ
Juris Doctor n(lawyer's degree)πτυχίο δικηγόρου περίφρ
 He finished his Juris Doctor last year, and now he's practising with a big firm.
 Πήρε το πτυχίο δικηγόρου πέρσι και τώρα κάνει πρακτική σε μια μεγάλη εταιρεία.
just what the doctor ordered nfigurative, informal ([sth] needed and welcomed)ό,τι πρέπει έκφρ
  ακριβώς αυτό που χρειάζομαι περίφρ
 A week's holiday in the sun was just what the doctor ordered.
medical certificate,
doctor's certificate
n
(doctor's note excusing [sb] from work)ιατρική βεβαίωση ασθενείας φρ ως ουσ θηλ
  βεβαίωση αναρρωτικής άδειας φρ ως ουσ θηλ
orthopedic doctor (US),
orthopaedic doctor (UK)
n
(treats bone deformities)ορθοπεδικός επίθ ως ουσ αρσ/θηλ
 (επίσημο)ιατρός ορθοπεδικός φρ ως ουσ αρσ/θηλ
PhD,
PhD.,
Ph.D.,
DPhil
n
abbreviation (degree: Doctor of Philosophy)διδακτορικό ουσ ουδ
  PhD ουσ ουδ άκλ
 From what institution did you get your PhD?
 Από ποιο πανεπιστήμιο πήρες το διδακτορικό σου;
 Από ποιο πανεπιστήμιο πήρες το PhD σου;
PhD,
PhD.,
Ph.D.,
DPhil
n
abbreviation (holder of a doctorate degree) (ακαδημαϊκός τίτλος)διδάκτωρ ουσ αρσ/θηλ
  κάτοχος διδακτορικού τίτλου φρ ως ουσ αρσ/θηλ
 The keynote speaker is Rachel Fine, PhD.
 Η κεντρική ομιλήτρια είναι η διδάκτωρ Ρέιτσελ Φάιν.
 Η κεντρική ομιλήτρια είναι η Ρέιτσελ Φάιν, κάτοχος διδακτορικού τίτλου.
quack doctor,
quack
n
slang, pejorative (unqualified doctor)κομπογιαννίτης, κομπογιαννίτισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  ψευτογιατρός ουσ αρσ/θηλ
script doctor (script reviser)επιμελητής σεναρίου, επιμελήτρια σεναρίου φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
spin doctor ninformal (press agent)υπεύθυνος τύπου φρ ως ουσ αρσ
  στρεψόδικος επίθ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 The prime minister's spin doctors have got their work cut out for them now that this latest scandal has broken.
witch doctor,
witchdoctor
n
(shaman, spiritual healer)κομπογιαννίτης, καλαμπόρτζης ουσ αρσ
 Europeans called Native American healers "witch doctors" because they didn't understand the culture.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'doctor' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [an eye, a family, a medical, a veterinary] doctor, doctored the [evidence, results, facts, photos, samples] , a [qualified, junior] doctor, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση doctor στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «doctor».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!