• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: documented, document

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
documented adj(recorded, reported)καταγεγραμμένος μτχ πρκ
  τεκμηριωμένος μτχ πρκ
documented adj(person: with identity papers)που έχει χαρτιά περίφρ
 (σε ορισμένες περιπτώσεις)νόμιμος επίθ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
document n([sth] on paper)έγγραφο ουσ ουδ
 (καθομιλουμένη, μτφ)χαρτί ουσ ουδ
 The secretary put the document back in the filing cabinet.
 Η γραμματέας ξαναέβαλε το έγγραφο στο ερμάριο αρχειοθέτησης.
document n(computer file) (κειμένου)έγγραφο ουσ ουδ
  αρχείο ουσ ουδ
 Helen opened a new document and began to type.
 Η Έλεν άνοιξε ένα καινούριο αρχείο και ξεκίνησε να πληκτρολογεί.
documents npl(official papers)χαρτιά ουσ ουδ πλ
 Please have your documents ready at border control.
document [sth] vtr(record)καταγράφω ρ μ
 The journalist documented events in the war zone.
 Ο δημοσιογράφος κατέγραψε γεγονότα στην εμπόλεμη ζώνη.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
document [sth] vtr(claim: support with evidence)τεκμηριώνω ρ μ
 It isn't enough to say a car hit your house; we need you to document your claim before we can authorize an insurance payout.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
documented | document
ΑγγλικάΕλληνικά
well-documented adj(much written evidence)τεκμηριωμένος μτχ πρκ
  καλά τεκμηριωμένος περίφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'documented' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση documented στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «documented».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!