dresser

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈdrɛsər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈdrɛsɚ/ ,USA pronunciation: respelling(dresər)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dresser nUS (chest of drawers)συρταριέρα ουσ θηλ
 (έπιπλο κρεβατοκάμαρας)τουαλέτα ουσ θηλ
 (παλαιό)σιφονιέρα ουσ θηλ
 Edward put the clothes in the dresser.
 Ο Έντουαρντ έβαλε τα ρούχα στη συρταριέρα.
 Ο Έντουαρντ έβαλε τα ρούχα στη σιφονιέρα.
dresser nUK (sideboard) (έπιπλο με ντουλάπια)μπουφές ουσ αρσ
 Ursula got some plates out of the dresser.
dresser n(person: helps with costume)αμπιγιέρ, αμπιγιέζ ουσ αρσ άκλ, ουσ θηλ άκλ
 The dresser helped the actor get into his costume.
 Η αμπιγιέζ βοήθησε τον ηθοποιό να φορέσει το κοστούμι του.
dresser n(person: in a given style)που ντύνεται περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Rachel is an elegant dresser.
 Η Ρέιτσελ ντύνεται κομψά.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
cross-dresser,
crossdresser
n
([sb] dressing like other sex)παρενδυτικός επίθ ως ουσ
snazzy dresser ninformal (stylish person) (άτομο)κομψός, στιλάτος επίθ
 (καθομιλουμένη: για νέους)τρέντι επίθ άκλ
window dresser n(shop window displays)διακοσμητής βιτρίνας ουσ αρσ
  διακοσμήτρια βιτρίνας ουσ θηλ
 This store's window dressers always do a brilliant job at Christmas.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'dresser' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [an oak, a pine, a mahogany] dresser, a dresser with [three] drawers, a [three] -drawer dresser, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση dresser στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «dresser».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!