• WordReference
  • Definition
Σε αυτή τη σελίδα: encrusted, encrust

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
encrusted with [sth],
incrusted with [sth]
adj + prep
(coated with a dried substance)που έχει κρούστα από κτ περίφρ
  που έχει επικάλυψη από κτ περίφρ
 The top of the pastry was encrusted with brown sugar.
encrusted,
-encrusted,
-incrusted
adj
(coated with a dried substance)καλυμμένος μτχ πρκ
  γεμάτος επίθ
Σχόλιο: Used in combination
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Sally used a brush to clean the mud-encrusted hem of her coat.
 Η Σάλυ χρησιμοποίησε μια βούρτσα για να καθαρίσει τον καλυμμένο με λάσπη ποδόγυρο του παλτού της.
 Η Σάλυ χρησιμοποίησε μια βούρτσα για να καθαρίσει τον γεμάτο λάσπη ποδόγυρο του παλτού της.
encrusted with [sth],
incrusted with [sth]
adj + prep
(covered: with jewels)διακοσμημένος με πετράδια, διακοσμημένος με πολύτιμους λίθους περίφρ
 The king's crown was encrusted with precious jewels.
encrusted,
-encrusted,
-incrusted
adj
(covered with jewels)διακοσμημένος μτχ πρκ
Σχόλιο: Used in combination
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 The princess wore a diamond-encrusted tiara.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
encrust [sth] vtr(cover with [sth] crusty)καλύπτω με ένα σκληρό στρώμα περίφρ
  καλύπτω με κρούστα περίφρ
encrust [sth] with [sth] vtr(cover with [sth] crusty)καλύπτω ρ μ
encrust [sth] vtr(cover with gemstones)επικαλύπτω με πολύτιμους λίθους περίφρ
 (για ομορφιά)διακοσμώ με πολύτιμους λίθους περίφρ
encrust [sth] with [sth] vtr(cover with gemstones)καλύπτω ρ μ
 (για ομορφιά)διακοσμώ ρ μ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'encrusted' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση encrusted στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «encrusted».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!