Listen:
From the verb encourage : (⇒ conjugate ) encouraging is: ⓘClick the infinitive to see all available inflections v pres p
Κύριες μεταφράσεις WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
encouraging adj (information: giving hope) ενθαρρυντικός, εμψυχωτικός επίθ The initial reports on the feasibility of the project were encouraging, so the director decided to go ahead. Οι αρχικές αναφορές για την σκοπιμότητα του έργου ήταν ενθαρρυντικές, έτσι ο διευθυντής αποφάσισε να προχωρήσει. encouraging adj (person: supportive) που σε ενθραρρύνει, που σε εμψυχώνει, που σε στηρίζει περίφρ Paul isn't very academic, but luckily he has encouraging teachers. Ο Πωλ δεν είναι και πολύ του διαβάσματος, ευτυχώς όμως έχει δασκάλους που τον ενθαρρύνουν.
Κύριες μεταφράσεις WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
encourage ⇒ vtr (urge, support) ενθαρρύνω, παροτρύνω ρ μ προτρέπω, παρακινώ ρ μ I would always encourage anyone considering learning a new language; it's very rewarding. Θα παρότρυνα πάντα τον οποιονδήποτε σκέφτεται να μάθει μια ξένη γλώσσα καθώς είναι πολύ ικανοποιητικό. encourage [sb] to do [sth] v expr (urge, support to do) ενθαρρύνω κπ να κάνει κτ περίφρ The teacher encouraged them to discuss the book in class.
Επιπλέον μεταφράσεις WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
encourage ⇒ vtr (hearten) δίνω κουράγιο σε κπ έκφρ Her neighbour's kind words encouraged Sheila after her husband's death. Τα ευγενικά λόγια του γείτονά της έδωσαν κουράγιο στη Σέιλα μετά τον θάνατο του άντρα της. encourage vtr (embolden) εμψυχώνω ρ μ δίνω κουράγιο έκφρ (καθομιλουμένη ) κάνω κπ να πάρει τα πάνω του έκφρ The coach's speech encouraged the team. Ο λόγος του προπονητή εμψύχωσε τους παίκτες. Ο λόγος του προπονητή έδωσε κουράγιο στην ομάδα. Ο λόγος του προπονητή έκανε την ομάδα να πάρει τα πάνω της.
Ο όρος 'encouraging ' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή: