• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
establish [sth] vtr(create)ιδρύω ρ μ
 (πολιτική)εγκαθιδρύω ρ μ
 He decided to establish a hospital for sick children.
 Αποφάσισε να ιδρύσει νοσοκομείο για παιδιά.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η Κυπριακή Δημοκρατία εγκαθιδρύθηκε με τις συμφωνίες Ζυρίχης - Λονδίνου.
establish [sth] vtr(install)ιδρύω ρ μ
 (υποκατάστημα, επιχείρηση)ανοίγω ρ μ
 The chain decided to establish a restaurant in every major city in the US.
 Η αλυσίδα αποφάσισε να ανοίξει εστιατόρια σε κάθε μεγάλη πόλη των ΗΠΑ.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
establish [sth] vtr(make recognized)καθορίζω ρ μ
  καθιερώνω ρ μ
 First, they had to establish the rules.
 Πρώτα, έπρεπε να καθορίσουν τους κανόνες.
establish [sth] vtr(make happen)επιβάλλω ρ μ
 The police established order in the city.
 Η αστυνομία επέβαλε την τάξη στην πόλη.
establish [sth] vtr(promulgate)διακηρύσσω, κοινοποιώ, γνωστοποιώ ρ μ
 The miner staked out his site, to establish his claim.
 Ο μεταλλευτής οριοθέτησε με πασσάλους το οικόπεδό του, για να γνωστοποιήσει τη διεκδίκησή του.
establish [sth] vtr(demonstrate, prove)εξακριβώνω, διαπιστώνω ρ μ
 (παρουσιάζω στοιχεία)αποδεικνύω ρ μ
  καταδεικνύω ρ μ
 The police had to establish whether the man was dead or if he was just missing.
 Η αστυνομία έπρεπε να εξακριβώσει (or: διαπιστώσει) εάν ο άντρας ήταν νεκρός ή αν απλά αγνοείτο.
establish [sth] vtr(form: a relationship)δημιουργώ ρ μ
 (μεταφορικά)καλλιεργώ ρ μ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
establish a connection vi(phone line: get through to [sb](τηλεφωνική)πιάνω γραμμή ρ μ + ουσ θηλ
establish a connection vi(make personal contact with [sb])δημιουργώ σχέση ρ μ + ουσ θηλ
establish a connection vi(prove relationship with [sth])αποδεικνύω σχέση ρ μ + ουσ θηλ
establish connection between v expr(prove [sth] related to [sth])αποδεικνύω σχέση μεταξύ έκφρ
 Scientists have been able to establish a connection between smoking and lung cancer.
reestablish,
reestablish [sth],
re-establish
vtr
(found or create anew) (κάτι που υπήρχε)αποκαθιστώ ρ μ
  επαναφέρω ρ μ
 (κάτι νέο)ξαναδημιουργώ ρ μ
 The two companies reestablished the contract after the merger.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'establishing' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση establishing στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «establishing».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!