esthete

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈiːsθiːt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈɛsθit/ ,USA pronunciation: respelling(esthēt)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
esthete (US),
aesthete (UK)
n
(connoisseur of art, beauty)άτομο με αισθητική καλλιέργεια περίφρ
  λάτρης της τέχνης περίφρ
 (γενικά)ωραιολάτρης, ωραιολάτρισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ
 (λόγιος)ωραιολάτρις ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση esthete στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «esthete».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!