estimate

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations noun: /ˈɛstɪmət/, verb: /ˈɛstɪmeɪt/

US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/v. ˈɛstəˌmeɪt; n. -mɪt/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(v. estə māt′; n. estə mit, -māt′)


Inflections of 'estimate' (v): (⇒ conjugate)
estimates
v 3rd person singular
estimating
v pres p
estimated
v past
estimated
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
estimate n(calculation)εκτίμηση ουσ θηλ
 Dan's estimate of the costs involved in the project was completely wrong.
 Οι εκτιμήσεις του Νταν για τα έξοδα που συνεπαγόταν το έργο ήταν τελείως εσφαλμένες.
estimate n(for a job)εκτίμηση ουσ θηλ
 The builder gave us an estimate for the renovation work, so at least we know roughly what it might cost.
 Ο οικοδόμος μας έδωσε μια εκτίμηση για τις εργασίες ανακαίνισης, οπότε τουλάχιστον ξέρουμε περίπου πόσο ενδέχεται να κοστίσει.
estimate n(opinion)γνώμη, άποψη ουσ θηλ
  κρίση ουσ θηλ
 Sarah's estimate of the new trainee's abilities was proved correct when he made mistake after mistake.
 Η άποψη της Σάρα για τις ικανότητες του νέου ασκούμενου αποδείχθηκε σωστή ενώ εκείνος έκανε το ένα λάθος μετά το άλλο.
estimate [sth] vtr(value, price: assess)εκτιμώ, υπολογίζω ρ μ
 The valuer estimated the value of the house at £450,000.
 Ο εκτιμητής υπολόγισε την αξία του σπιτιού στις 450.000 λίρες Αγγλίας.
estimate [sth] vtr(measurement: guess)υπολογίζω, εκτιμώ ρ μ
 I estimate the distance from here to the church to be about a mile.
 Υπολογίζω ότι η απόσταση από δω ως την εκκλησία είναι περίπου ένα μίλι.
estimate [sth] at [sth],
estimate [sth] to be [sth]
v expr
(judge, assess) (ότι κάτι είναι κάτι)υπολογίζω, εκτιμώ ρ μ
 Marco estimated his chance of winning to be 30%.
 Ο Μάρκο υπολόγισε ότι η πιθανότητα να κερδίσει είναι 30%.
estimate that vtr(with clause: judge, guess) (ότι/πως)εκτιμώ ρ μ
 Glenn estimated that his team would lose.
 Ο Γκλεν εκτίμησε πως η ομάδα του θα έχανε.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
cost estimates npl(expenses: projected)εκτίμηση κόστους φρ ως ουσ θηλ
estimate the value of [sth] vtr(guess monetary worth of)εκτιμώ την αξία του κτ έκφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'estimate' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [a rough, an approximate, an accurate, a conservative] estimate, a [cost, price, time, distance] estimate, an estimate [on, of] costs, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση estimate στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «estimate».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!