|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | failed adj | (attempt: unsuccessful) | ανεπιτυχής επίθ | | | | αποτυχημένος μτχ πρκ | | | The mountaineer made three failed attempts to reach the summit of Everest. | | | Ο αλπινιστής έκανε τρεις ανεπιτυχείς προσπάθειες να ανέβει στην κορυφή του Έβερεστ. | | failed adj | (marriage: unsuccessful) | αποτυχημένος μτχ πρκ | | | After two failed marriages, Ben decided to remain single. | | | Μετά από δυο αποτυχημένους γάμους, ο Μπεν αποφάσισε να μείνει ελεύθερος. | | failed adj | (business: gone bankrupt) | αποτυχημένος μτχ πρκ | | | Hannah had two failed ventures behind her before one of her business ideas took off. | | | Η Χάνα είχε δυο αποτυχημένες προσπάθειες πριν σημειώσει επιτυχία μια από τις επιχειρηματικές της ιδέες. | | failed adj | (person: unsuccessful in career) | αποτυχημένος μτχ πρκ | | | (καθομιλουμένη, αποδοκιμασίας) | ξοφλημένος μτχ πρκ | | | The failed actor ended up working in an office. | | | Ο αποτυχημένος ηθοποιός κατέληξε να δουλεύει σε ένα γραφείο. |
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | fail⇒ vi | (not succeed) (δεν επιτυγχάνω) | αποτυγχάνω ρ αμ | | | The plan failed because they ran out of money. | | | Το σχέδιο απέτυχε επειδή τους τελείωσαν τα χρήματα. | | fail to do [sth] vi + prep | (not succeed in doing [sth]) (να κάνω κάτι) | αποτυγχάνω ρ μ | | | | δεν καταφέρνω περίφρ | | | They failed to deliver the package in time. | | | Απέτυχαν να παραδώσουν το δέμα έγκαιρα. | | fail to do [sth] vi + prep | (omit, neglect) | αμελώ να κάνω κτ, παραλείπω να κάνω κτ ρ μ | | | | δεν κάνω κτ έκφρ | | | The directions failed to mention that the road was closed. | | | Αμέλησαν (or: παρέλειψαν) να αναφέρουν στις οδηγίες ότι ο δρόμος ήταν κλειστός. | | fail vi | (not pass an exam) | αποτυγχάνω ρ αμ | | | | δεν περνώ έκφρ | | | (καθομιλουμένη) | κόβομαι ρ αμ | | | The teacher told Marge that she would fail if she didn't study harder. | | fail [sth]⇒ vtr | (not pass) (επίσημο) | αποτυγχάνω ρ αμ | | | (καθομ, μεταφορικά) | κόβομαι ρ αμ | | | (μάθημα) | δεν περνάω περίφρ | | | Bobby failed the exam. | | | Sarah was failing math so her parents got her a tutor. | | | Ο Μπόμπι απέτυχε στο διαγώνισμα. | | | Ο Μπόμπι κόπηκε στο διαγώνισμα. // Η Σάρα θα κοβόταν στα μαθηματικά και γι΄ αυτό οι γονείς της της πήραν καθηγητή για ιδιαίτερα. | | | Η Σάρα δεν θα πέρναγε τα μαθηματικά και γι΄ αυτό οι γονείς της της πήραν καθηγητή για ιδιαίτερα. | | fail [sb]⇒ vtr | (disappoint) | απογοητεύω ρ μ | | | The employee failed his manager by not finishing the report on time. | | | Ο υπάλληλος απογοήτευσε τον διευθυντή του επειδή δεν τέλειωσε την αναφορά στη σωστή ώρα. | | fail n | informal (failure, mistake) | αποτυχία ουσ θηλ | | | | λάθος ουσ ουδ | | | The soup I made was definitely a fail because it just didn't taste right. | | | Η σούπα που έφτιαξα ήταν σίγουρα μια αποτυχία, επειδή απλά δεν είχε τη σωστή γεύση. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | fail n | (rejection in a test) (βαθμός) | κάτω από τη βάση έκφρ | | | He did very badly in his biology test, and was given a fail. | | | Τα πήγε πολύ άσχημα στο τεστ βιολογίας και πήρε κάτω από τη βάση. | | fail⇒ vi | (lose strength) | χάνω τις δυνάμεις μου περίφρ | | | | δεν έχω δύναμη περίφρ | | | Karen's strength was failing after running for ten kilometres. | | | My grandfather is very old now and starting to fail. | | | Η Κάρεν έχανε τις δυνάμεις της αφού έτρεξε δέκα χιλιόμετρα. | | | Ο παππούς μου είναι πλέον πολύ ηλικιωμένος και αρχίζει να μην έχει δυνάμεις. | | fail vi | (stop functioning) | σταματάω, σταματώ ρ αμ | | | The machine failed around four pm. | | | Η μηχανή σταμάτησε γύρω στις τέσσερις μετά μεσημβρίας. | | fail vi | (go bankrupt) | πτωχεύω, χρεωκοπώ ρ αμ | | | (καθομιλουμένη) | φαλιρίζω ρ αμ | | | The typewriter company failed when people started using computers. | | | Η εταιρεία γραφομηχανών πτώχευσε, όταν οι άνθρωποι άρχισαν να χρησιμοποιούν υπολογιστές. | | | Η εταιρεία γραφομηχανών φαλίρισε, όταν οι άνθρωποι άρχισαν να χρησιμοποιούν υπολογιστές. | | fail vi | (run out, be exhausted) (εγώ) | ξεμένω από κτ ρ αμ + πρόθ | | | (το αντικείμενο) | τελειώνω ρ αμ | | | The expedition's supplies were failing and they turned back. | | fail [sth]⇒ vtr | (reject) | απορρίπτω ρ μ | | | The quality inspector failed the parts that were defective. | | | Ο επιθεωρητής ποιότητας απέρριψε τα τμήματα που ήταν ελαττωματικά. | | fail [sb]⇒ vtr | (give student poor mark) | απορρίπτω ρ μ | | | (μεταφορικά, καθομιλουμένη) | κόβω ρ μ | | | The examiner failed me because I didn't check my mirror before pulling out. |
Ο όρος 'failed' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|