fainting



  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: fainting, faint

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fainting n(loss of consciousness) (απώλεια αισθήσεων)λιποθυμία ουσ θηλ
 The patient's symptoms include fainting, dizziness, and fatigue.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
faint vi(lose consciousness)λιποθυμώ ρ αμ
  χάνω τις αισθήσεις μου περίφρ
 (παλαιό)λιγοθυμώ ρ αμ
 Ben always faints when he sees blood.
 Ο Μπέν πάντα λιποθυμάει όταν βλέπει αίμα.
faint adj(visibility: poor)αχνός, θαμπός επίθ
  αμυδρός επίθ
 Tom saw a faint image on the screen.
 Ο Τομ είδε μια θαμπή εικόνα στην οθόνη.
faint adj(smell: slight)αμυδρός, ανεπαίσθητος επίθ
 There was a faint smell of roses in the room.
 Υπήρχε μια αμυδρή μυρωδιά από τριαντάφυλλα στο δωμάτιο.
faint adj(sound: soft, distant)χαμηλός, σιγανός επίθ
  ανεπαίσθητος επίθ
 Kate heard a faint shout in the distance.
 Η Κέιτ άκουσε μια σιγανή κραυγή από μακρυά.
faint adj(memory: vague)αμυδρός επίθ
  φευγαλέος επίθ
 Karen had only a faint idea of what her childhood home looked like.
 Η Κάρεν είχε μόνο μια αμυδρή ανάμνηση για το πως ήταν το σπίτι των παιδικών της χρόνων.
faint adj(hope, chance, etc.: unlikely)αμυδρός επίθ
 Rob knew he had only a faint chance of passing the test, as he hadn't revised.
faint with [sth],
faint from [sth]
adj + prep
(feeling lightheaded, weak)έτοιμος να λιποθυμήσω από, κοντεύω να λιποθυμήσω από περίφρ
  στα πρόθυρα της λιποθυμίας από περίφρ
 (έχει αλλάξει χρώμα)χλωμός από κτ επίθ + πρόθ
 The street child was faint with hunger.
 Το άστεγο παιδί ήταν έτοιμο να λιποθυμήσει από την πείνα.
faint n(loss of consciousness)λιποθυμία ουσ θηλ
 (παλαιό)λιγοθυμία ουσ θηλ
 A faint can occur due to low blood sugar.
 Λιποθυμία μπορεί να προκληθεί λόγω χαμηλής γλυκόζης στο αίμα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
faint adj(effort: minimal)ελάχιστος επίθ
  απειροελάχιστος επίθ
 (χωρίς θέληση, μικρός)απρόθυμος επίθ
 (άτολμος)δειλός επίθ
 Erin's faint attempt at studying for her test didn't help much.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
fainting | faint
ΑγγλικάΕλληνικά
fainting spell,
fainting fit
n
(blackout)λιποθυμία, σκοτοδίνη ουσ θηλ
 Apparently, the woman fell on the tracks when she suffered a fainting spell.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'fainting' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση fainting στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «fainting».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!