• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
feller ninformal (fella: man, boy)φίλος, φιλαράκος ουσ αρσ
 I remember Jim! He was a lovely feller.
feller n([sb] or [sth] that cuts down a tree, etc.)αυτός που κόβει δέντρο
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. Μπορεί να αποδοθεί με άλλες αντίστοιχες περιγραφές όπως ξυλοκόπος, εργάτης κλπ, ανάλογα με την εκάστοτε περίπτωση.
 We called in a feller to remove the wind-damaged tree.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
tree feller n([sb] who cuts down trees)ξυλοκόπος ουσ αρσ
 We hired a tree feller to clear our garden.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'feller' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση feller στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «feller».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!