fellow

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations'fellow', 'Fellow': /ˈfɛləʊ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈfɛloʊ/ ,USA pronunciation: respelling(felō)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fellow ninformal (man, boy)τύπος ουσ αρσ
 (μτφ, συνήθως νέος)παιδί ουσ ουδ
  αγόρι ουσ ουδ
 (ενήλικας)άντρας ουσ αρσ
 He's just some fellow I met on the bus.
 Είναι απλώς ένας τύπος που γνώρισα στο λεωφορείο.
fellow nUK (colleague, peer)συνάδελφος ουσ αρσ/θηλ
 He is known among his fellows for his extreme opinions.
 Είναι γνωστός ανάμεσα στους συναδέλφους του για τις ακραίες απόψεις του.
fellow adj(of same group)συν- α' συνθετικό
 (μεταφορικά)σύντροφος ουσ αρσ/θηλ
  όμοιος επίθ ως ουσ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Συχνά δεν αποδίδεται καν, πχ Είμαστε μέλη στο ίδιο τένις κλαμπ.
 We are fellow members of the same tennis club.
 -
Fellow n(member)μέλος ουσ ουδ
 He is a Fellow of the Dental Academy.
 Είναι μέλος της οδοντιατρικής ακαδημίας.
fellow n([sb] who has a fellowship)υπότροφος ουσ αρσ/θηλ
 Dr Martin is a research fellow at the university.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
fellow citizen n(law: national of same country)συμπολίτης, συμπολίτισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ
fellow countryman n([sb] of same nationality)συμπατριώτης ουσ αρσ
fellow countrywoman n(female from same country)συμπατριώτισσα ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη, συχνά χιουμοριστικό)πατριώτισσα ουσ θηλ
fellow creature n(another living being, esp. human) (για άνθρωπο)συνάνθρωπος ουσ αρσ
 (για ζώο)πλάσμα ουσ ουδ
 (γενικά, θρησκεία)πλάσμα του θεού έκφρ
Σχόλιο: Όσον αφορά τα ζώα δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
fellow human being n([sb] else who is experiencing life)συνάνθρωπος ουσ αρσ
fellow inmate n([sb] in same prison)συγκρατούμενος, συγκρατούμενη ουσ αρσ, ουσ θηλ
 The prisoners never knew that their fellow inmate was an undercover detective on a special assignment.
fellow man,
fellowman
n
(another person)συνάνθρωπος ουσ αρσ/θηλ
fellow student n([sb] studying at same institution)συμμαθητής ουσ αρσ
  συμμαθήτρια ουσ θηλ
 He dropped out of school because he couldn't get along with his fellow students.
fellow student n([sb] who is also a student)συμμαθητής ουσ αρσ
  συμμαθήτρια ουσ θηλ
fellow traveler (US),
fellow traveller (UK)
n
(companion on journey)συνταξιδιώτης, συνταξιδιώτισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ
 My fellow travelers and I were stranded in Amsterdam when the Iceland volcano closed Europe's air space.
fellow traveler (US),
fellow traveller (UK)
n
figurative (sympathizer)υποστηρικτής, υποστηρίκτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
 (για κουμμουνισμό)φιλοκομμουνιστής, φιλοκομμουνίστρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
Σχόλιο: Often refers to someone sympathetic to the Communist Partly.
 My opponent is a fellow traveler in league with Moscow.
fellow worker n([sb] in same industry or company)συνάδελφος ουσ αρσ/θηλ
 (καθομιλουμένη)συναδέλφισσα ουσ θηλ
good fellow ninformal (likeable man)καλός άνθρωπος ουσ αρσ
 My daughter´s new boyfriend seems a good fellow.
hail-fellow-well-met adjformal (over-familiar)επιτηδευμένα φιλικός, υπερβολικά φιλικός επίρ + επίθ
 (καθομιλουμένη)λες και με ξέρει κπ κι από χθες έκφρ
little fellow ninformal (small man) (καθομιλουμένη)μικρόσωμος άντρας, κοντούλης έκφρ
 Who is that little fellow standing next to your mother?
little fellow ninformal (boy) (καθομιλουμένη)αγόρι ουσ ουδ
  νεαρός ουσ αρσ
odd fellow ninformal (eccentric man) (καθομιλουμένη)περίεργος/αλλόκοτος/εκκεντρικός τύπος έκφρ
Odd Fellow n(member: fraternal society) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)μέλος της αδελφότητας των Odd Fellows
 My grandfather was an Odd Fellow; he was a member of the Odd Fellows Friendly Society.
robust fellow ninformal (strong man in good health)εύρωστος άντρας ουσ αρσ
teaching fellow n(postgraduate teaching assistant)βοηθός καθηγητή φρ ως ουσ αρσ/θηλ
 Teaching fellows are chosen for their academic achievements, not their teaching ability.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'fellow' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: (my) fellow [countrymen, citizens, teachers, students, members], [conferred, discussed, spoke] with his fellows, a fellow [university, institution, academy], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση fellow στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «fellow».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!