flawed

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈflɔːd/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(flôd)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
flawed adj(idea, strategy: imperfect)προβληματικός επίθ
  που έχει ψεγάδια, που έχει λάθη, που έχει ατέλειες περίφρ
  σφαλερός επίθ
 The general's plan was flawed, so he lost the battle.
 Το πλάνο του στρατηγού ήταν προβληματικό και έτσι έχασε τη μάχη.
flawed adj(person, personality: with faults)που έχει ελαττωματα περίφρ
  που δεν είναι τέλειος περίφρ
 John tried to teach his son that he should be tolerant, because all people are flawed.
 Ο Τζον προσπάθησε να μάθει στον γιο του να είναι ανεκτικός, γιατί όλοι οι άνθρωποι έχουν ελαττώματα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
flawed adj(gem, diamond: with imperfections)ατελής περίφρ
  που έχει ψεγάδια, που έχει ατέλειες περίφρ
 The jeweler separated out flawed diamonds to be used for industrial purposes.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: in a flawed attempt to [reinvent, seize control], a flawed [component, part], a flawed [robbery, attack], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση flawed στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «flawed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!