• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
flaxseed nuncountable (crop: linseed)λιναρόσπορος ουσ αρσ
flaxseed n(seed of flax plant)λιναρόσπορος ουσ αρσ
 Flaxseeds are nutritious and tasty.
flaxseed n as adj(oil, etc.: made from flax seed)από λιναρόσπορο περίφρ
 This flaxseed dressing also has honey and vinegar in it.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
flaxseed oil,
linseed oil
n
(oil used in paints)λινέλαιο, λιναρέλαιο ουσ ουδ
 When used to treat wood or in paint, flaxseed oil is more commonly called linseed oil.
flaxseed oil n(oil used as nutritional supplement)λινέλαιο, λιναρέλαιο ουσ ουδ
 Drizzle a little flaxseed oil on your muesli for good health.
 Ρίξε λίγο λινέλαιο στο μούσλι για να έχεις καλή υγεία.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'flaxseed' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση flaxseed στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «flaxseed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!