| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| fucker n | pejorative, vulgar, offensive!!, informal (despicable person) (προσβλητικό, χυδαίο, αργκό) | μαλάκας, παπάρας, γαμιόλης ουσ αρσ |
| | (προσβλητικό, χυδαίο, αργκό) | αρχίδι ουσ ουδ |
| | That fucker stole my car keys! |
f***er, f*cker n | pejorative, vulgar, written, informal (despicable person) (αργκό: αντί βρισιάς) | μαμιόλης, μαμιόλα ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| | (αργκό, χυδαίο, προσβλητικό) | γ*μιόλης, γ*μιόλα ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| | (αργκό: αντί βρισιάς) | μακάκας, μ@λάκας, λαλάκας ουσ αρσ |
| Σχόλιο: "Fucker" can be spelled "f***er" or "f*cker" when someone wants to avoid writing out a profane word. |
| Σχόλιο: Στον γραπτό λόγο και κυρίως στο διαδίκτυο, για λόγους κομψότητας ή για να μη λογοκρίνεται και αφαιρείται η λέξη, κάποιοι χαρακτήρες αντικαθιστούνται από σύμβολα ή γράμματα όπως το @. Ενδέχεται να υπάρχουν περισσότερες παραλλαγές. |
| | You won't believe what that f***er did today! |