• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: fulfilled, fulfill

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fulfilled adj(goal, task: achieved) (στόχος)που έχει επιτευχθεί περίφρ
 (εργασία)ολοκληρωμένος μτχ πρκ
 The team uses a spreadsheet to keep track of active and fulfilled tasks.
fulfilled adj(person: having a sense of accomplishment)που νιώθει γεμάτος περίφρ
  που νιώθει ικανοποιημένος περίφρ
  επιτυχημένος μτχ πρκ
 Fulfilled employees make for a more productive organization.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fulfill [sth] (US),
fulfil [sth] (UK)
vtr
(meet: an obligation)εκπληρώνω ρ μ
 You will be paid when you've fulfilled your contractual obligations.
 Θα πληρωθείς όταν θα έχεις εκπληρώσει τις συμβατικές σου υποχρεώσεις.
fulfill [sth] (US),
fulfil [sth] (UK)
vtr
(keep: a promise)εκπληρώνω, πραγματοποιώ ρ μ
  κρατάω ρ μ
 He eventually fulfilled his promise and paid back the money.
 Τελικά εκπλήρωσε την υπόσχεσή του και επέστρεψε τα χρήματα.
fulfill [sth] (US),
fulfil [sth] (UK)
vtr
(fill, satisfy: a need)ικανοποιώ ρ μ
 (μόνο ανάγκη)καλύπτω ρ μ
 This room should fulfill your needs but let us know if it doesn't.
 Αυτό το δωμάτιο πρέπει να καλύπτει τις ανάγκες σου, αλλά εάν όχι πες το μας.
fulfill [sb] (US),
fulfil [sb] (UK)
vtr
(satisfy) (καθομιλουμένη, μτφ)γεμίζω ρ μ
  καλύπτω ρ μ
  ικανοποιώ ρ μ
  προσφέρω ικανοποίηση περίφρ
 I can't say my job at the supermarket really fulfills me.
 Δεν μπορώ να πω ότι η δουλειά μου στο σούπερ μάρκετ με ικανοποιεί πραγματικά.
fulfill [sth] (US),
fulfil [sth] (UK)
vtr
(satisfy: a dream, wish)εκπληρώνω ρ μ
  πραγματοποιώ ρ μ
 It took Lana years to fulfil her dreams of becoming a full-time novelist.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
fulfill | fulfilled
ΑγγλικάΕλληνικά
fulfill the terms of [sth] (US),
fulfil the terms of [sth] (UK)
v expr
(comply with conditions) (με γενική)εκπληρώνω τους όρους, πληρώ τους όρους περίφρ
 If you fail to fulfill the terms of the contract, you may be sued for breach of contract.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'fulfilled' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση fulfilled στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «fulfilled».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!