|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: fulfillment (US), fulfilment (UK) n | (accomplishment) | εκπλήρωση ουσ θηλ | | | | πραγματοποίηση, υλοποίηση ουσ θηλ | | | | πραγμάτωση ουσ θηλ | | | Spending the summer on the island was the fulfillment of a dream. | | | Το καλοκαίρι στο νησί ήταν η εκπλήρωση ενός ονείρου. | fulfillment (US), fulfilment (UK) n | (meeting requirements) | εκπλήρωση ουσ θηλ | | | All goods must be delivered on time for fulfillment of the contract. | | | Όλα τα αγαθά πρέπει να παραδοθούν εγκαίρως για την εκπλήρωση των όρων του συμβολαίου. | fulfillment (US), fulfilment (UK) n | (feeling: satisfaction) (μεταφορικά) | νιώθω γεμάτος έκφρ | | | Though he has a good job and loving family, he lacks fulfillment. | | | Αν και έχει καλή δουλειά και αγαπημένη οικογένεια, δεν νιώθει γεμάτος. |
Ο όρος 'fulfillment' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|