fuller

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈfʊlə/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(fŏŏlər)

From full (adj):
fuller
adj comparative
fullest
adj superlative
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: fuller, full

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fuller n(groove in metal blade)αυλάκωση ουσ θηλ
 A sword with a fuller is lighter than one without.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
full adj(filled)γεμάτος επίθ
 (επίσημο)πλήρης επίθ
 This box is full. Can you get me another?
 Αυτό το κουτί είναι γεμάτο. Μπορείς να μου φέρεις ένα άλλο;
full adj(complete)γεμάτος επίθ
 (συνηθέστερο)γεμίζω ρ αμ
 (επίσημο)πλήρης επίθ
 My notebook is full. I should get another one.
be full of [sth] v expr(be filled with)έχω φουσκώσει με κτ περίφρ
 I can't eat this breakfast cereal: it's full of nuts.
be full of [sth] v expr(contain many or much)γεμάτος επίθ
 (επίσημο: με γενική)πλήρης επίθ
 I am full of enthusiasm for this project.
full adj(entire)ολόκληρος επίθ
 (ιδιωματικό)ολάκερος επίθ
 She waited a full week before saying no.
 Περίμενε μία ολόκληρη εβδομάδα πριν πει όχι.
 Περίμενε μία ολάκερη εβδομάδα πριν να πει όχι.
full adj(maximum)πλήρης επίθ
 The cherry trees are in full bloom.
full adj(satiated)χορταίνω ρ αμ
  χορτάτος επίθ
  χορτασμένος μτχ πρκ
 (καθομ, μτφ: υπερβολικό φαί)σκάω ρ αμ
 I was full and didn't have room for dessert.
 Είχα χορτάσει και δεν είχα χώρο για επιδόρπιο.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το σκυλάκι μάλλον ήταν χορτάτο γιατί δεν ήθελε να πιει γάλα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
full adj(ample)μεγάλος επίθ
 (μεταφορικά)πλούσιος, γεμάτος επίθ
 She had a very full bosom.
full adj(abundant)πλούσιος επίθ
 She had full, thick hair.
full adj(blood lines) (επίσημο)αμφιθαλής επίθ
Σχόλιο: Δεν χρησιμοποιείται στην καθημερινή ζωή, θα λέγαμε «Έχω δύο αδερφές και δύο ετεροθαλής αδερφούς».
 I have two full sisters and two half-brothers.
full adj(music)πλούσιος επίθ
 The composer uses lots of violins to achieve a full sound.
full adj(wine, food)γεμάτος, πλούσιος επίθ
 This red has a full flavour and lots of body.
full adj(baseball: count)μη διαθέσιμη μετάφραση
 With a full count, he tripled to left.
full adj(baseball: men on base)γεμάτος επίθ
 Ortiz always seems to go to bat when the bases are full.
full adv(directly)κατευθείαν, κατ'ευθείαν επίρ
 The car came at us, full on.
 Το αυτοκίνητο ήρθε κατευθείαν προς τα πάνω μας.
full adv(very)πολύ επίρ
 You know full well that he's not coming.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
fuller | full
ΑγγλικάΕλληνικά
fuller's earth (absorbent clay)σμηκτίτης ουσ αρσ
  λευκαντική γη επίθ + ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'fuller' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση fuller στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «fuller».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!