|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | gang n | (criminal) | συμμορία ουσ θηλ | | | There were two rival gangs fighting in the neighborhood, which made it a dangerous place to live. | | | Υπάρχουν δυο αντίπαλες συμμορίες στη γειτονιά και γι' αυτό είναι επικίνδυνο μέρος να ζει κανείς. | | the gang n | informal (friends) | η παρέα άρθ ορ + ουσ θηλ | | | (ανεπίσημο) | η παλιοπαρέα άρθ ορ + ουσ θηλ | | | Robert went to hang out with the gang on Saturday. | | | Ο Ρόμπερτ βγήκε με την παρέα το Σάββατο. | | gang n | (workmen) | συνεργείο ουσ ουδ | | | Brian managed a construction gang. | | | Ο Μπράιαν διηύθυνε ένα κατασκευαστικό συνεργείο. |
| Phrasal verbs | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | gang up vi phrasal | informal (work as group) (καθομιλουμένη, μεταφορικά) | κάνω κόμμα έκφρ | | | | συνεργάζομαι ρ αμ | | | (πιο επίσημο) | συνασπίζομαι ρ αμ | | | The opposition parties ganged up to block the government's plans. | | gang up vi phrasal | informal (oppose as group) (καθομιλουμένη, μεταφορικά) | κάνω κόμμα έκφρ | | | You can't win an argument with those two: they gang up every time. | | gang up on [sb] vtr phrasal insep | informal (attack as group) (καθομιλουμένη, μεταφορικά) | κάνω κόμμα
εναντίον κπ έκφρ | | | (πιο επίσημο) | συσπειρώνομαι εναντίον κπ περίφρ | | | Every time the teacher makes a mistake, the students gang up on her to point it out. | | | Κάθε φορά που η δασκάλα κάνει ένα λάθος, οι μαθητές κάνουν κόμμα εναντίον της για να της το επισημάνουν. | | | Κάθε φορά που η δασκάλα κάνει ένα λάθος, οι μαθητές συσπειρώνονται εναντίον της για να της το επισημάνουν. |
Ο όρος 'gang' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|