• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
get sick v expr(fall ill, become unwell)αρρωσταίνω ρ αμ
 (ήπια ασθένεια)αδιαθετώ ρ αμ
 Yesterday I got so sick I couldn't go to work.
 I hope I don't get sick this winter.
 Χθες αρρώστησα τόσο πολύ που δεν μπορούσα να πάω στη δουλειά. // Ελπίζω να μην αρρωστήσω φέτος τον χειμώνα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
get sick and tired of [sth] v exprinformal (start to be weary, exasperated)δεν αντέχω άλλο περίφρ
 (μεταφορικά)κουράστηκα, βαρέθηκα ρ μ
  με κούρασε κτ περίφρ
 I'm getting sick and tired of that child's whining!
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'get sick' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση get sick στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «get sick».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!