| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
get to the point, come to the point v expr | informal (speak directly) (καθομιλουμένη, μτφ) | μπαίνω στο ψητό, φτάνω στο ψητό έκφρ |
| | | μπαίνω στο ζουμί, φτάνω στο ζουμί έκφρ |
| | | φτάνω στην ουσία περίφρ |
| | (πιο επίσημο) | φτάνω στο διαταύτα έκφρ |
| | It took Natalie a long time to get to the point. |
| Get to the point! interj | informal (say what you mean) (καθομιλουμένη, μτφ) | έλα στο ψητό, έλα στο ζουμί έκφρ |
| | | μπες στο ψητό, μπες στο ζουμί έκφρ |
| | (πιο επίσημο) | προχώρα στο διαταύτα έκφρ |
| | Get to the point! We haven't got all day, you know. |
Ο όρος 'get to the point' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή: