• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
give way v expr(driving: yield, give priority to)δίνω προτεραιότητα ρ μ + ουσ θηλ
 Drivers should always give way when there are pedestrians about.
 Οι οδηγοί πρέπει πάντα να δίνουν προτεραιότητα όταν υπάρχουν πεζοί τριγύρω.
give way to [sth/sb] v expr(driving: yield to, give priority to)δίνω προτεραιότητα σε κτ/κπ εκφρ
 When driving in the UK, remember to give way to traffic on your right.
give way v expr(fall, collapse, break under pressure)υποχωρώ, καταρρέω ρ αμ
 The bridge columns couldn't resist the strong current and ended up giving way.
 Οι κολόνες της γέφυρας δεν μπόρεσαν να αντέξουν το ισχυρό ρεύμα του νερού και στο τέλος υποχώρησαν.
give way to [sb/sth] v expr(give in to: [sb], [sth](σε κάποιον)κάνω το χατήρι έκφρ
 (μπροστά σε κτ/κπ)υποχωρώ, παραιτούμαι ρ αμ
  παραδίνομαι σε κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
 Adrian pestered me so much about going to the party that eventually I gave way to him.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'give way' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση give way στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «give way».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!