• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
give-up n([sth] conceded)παραχώρηση ουσ θηλ
  κτ που παραχωρείται περίφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
give [sth] up,
give up doing [sth]
vtr phrasal sep
(stop trying)εγκαταλείπω ρ μ
 (καθομιλουμένη)παρατώ ρ μ
 I gave up trying to get them to believe me.
 Εγκατέλειψα την προσπάθεια να τους κάνω να πιστέψουν σε μένα.
give [sth] up,
give up doing [sth]
vtr phrasal sep
UK (habit, addiction: quit)εγκαταλείπω, κόβω ρ μ
 (καθομιλουμένη)παρατώ ρ μ
 It'll be hard, but I'm going to try giving up chocolate for Lent.
 Θα είναι δύσκολο, αλλά θα προσπαθήσω να κόψω τη σοκολάτα τη Σαρακοστή.
give up vi phrasal(surrender)εγκαταλείπω, παραδίνομαι ρ μ
 (καθομιλουμένη)παρατώ ρ μ
 I give up - you're far better than me at this game!
 Εγκαταλείπω (or: παραδίνομαι). Είσαι πολύ καλύτερος από μένα σ' αυτό το παιχνίδι.
give up vi phrasalinformal (stop guessing) (καθομιλουμένη)να το πάρει το ποτάμι έκφρ
  πάω πάσο έκφρ
 OK, I give up. What's the answer?
 Οκ, να το πάρει το ποτάμι. Ποιά είναι η απάντηση;
 Οκ, πάω πάσο. Ποιά είναι η απάντηση;
give up on [sb] vi phrasal + prep(abandon: [sb])εγκαταλείπω, αφήνω ρ μ
 Don't give up on me! I just need a little more encouragement.
 Μη με εγκαταλείπεις! Απλά χρειάζομαι λίγη παραπάνω ενθάρρυνση.
give up on [sth] vi phrasal + prep(abandon: a cause)εγκαταλείπω, παρατάω ρ μ
 You should never give up on your dreams.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
give [sb] up for adoption v expr(give up custody of child)δίνω κπ για υιοθεσία έκφρ
 Because of her difficult financial situation, Alexis gave up her son for adoption.
give up hope v expr(be pessimistic)απελπίζομαι ρ αμ
 When looking for a job, the key is not to give up hope.
give up hope of [sth] v expr(be resigned)παραιτούμαι ρ αμ
 (καθομιλουμένη)τα παρατάω έκφρ
 The team never gave up hope of victory.
give up hope of doing [sth] v expr(be resigned)χάνω κάθε ελπίδα να κάνω κτ έκφρ
 The couple had given up hope of having a child.
give up on doing [sth] v expr(abandon: an effort) (να κάνω κτ)σταματάω, σταματώ ρ μ
  εγκαταλείπω την προσπάθεια περίφρ
 I gave up on trying to find a good example.
 Σταμάτησα να προσπαθώ να βρω ένα καλό παράδειγμα.
give up the ghost v expr(die)πεθαίνω ρ αμ
 (ευφημισμός)αφήνω τον μάταιο τούτο κόσμο έκφρ
give up the ghost v exprfigurative (stop functioning)παραδίδω πνεύμα έκφρ
 My old printer has finally given up the ghost.
not give up v expr(persevere)δεν τα παρατάω, δεν εγκαταλείπω περίφρ
 John got tired in the middle of the race, but he did not give up.
quit smoking (US),
give up smoking,
stop smoking (UK)
v expr
(give up cigarettes)κόβω το κάπνισμα, σταματάω το κάπνισμα έκφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'give-up' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση give-up στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «give-up».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!