go after



  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
go after [sth] vtr phrasal insep(pursue)στοχεύω σε κτ ρ αμ + επίρ
  προσπαθώ να αποκτήσω περίφρ
  επιδιώκω, στοχεύω ρ μ
 (μεταφορικά)κυνηγώ ρ μ
 Mark is now going after a Master's degree in science.
 Τώρα ο Μαρκ στοχεύει να πάρει Μάστερ.
go after [sb] vtr phrasal insepinformal, figurative (attack verbally) (καθομιλουμένη)τη λέω έκφρ
 He really decided to go after him when he saw him flirting with his wife.
 Όντως αποφάσισε να του την πει όταν τον είδε να φλερτάρει με τη γυναίκα του.
go after [sth/sb] vtr phrasal insep(be next, follow)ακολουθώ ρ αμ
 In the alphabet, the letter B goes after the letter A.
 Στην αλφαβήτα το γράμμα Β ακολουθεί το γράμμα Α.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση go after στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «go after».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!