go along



  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
go along vi phrasal(move, advance) (μεταφορικά)προχωρώ, εξελίσσομαι ρ αμ
 Until yesterday, things had been going along quite nicely.
 We were going along at about 30 mph.
 Μέχρι χθες, τα πράγματα εξελίσσονταν αρκετά καλά.
go along vi phrasalinformal, figurative (consent, comply)συμφωνώ, δέχομαι ρ αμ
 Jeff wanted Rita to help him prank Martin, but she refused to go along.
 Ο Τζεφ ήθελε να τον βοηθήσει η Ρίτα για να κάνει πλάκα στον Μάρτιν, αλλά εκείνη δεν δέχτηκε.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
go along with [sth] vtr phrasal insepfigurative (permit, consent to)συμφωνώ με κτ ρ μ
 (αργκό)πάω πάσο έκφρ
 I usually just go along with what she says to avoid any arguments.
 Συνήθως συμφωνώ με ε ό,τι κι αν λέει για ν' αποφύγω τους καυγάδες.
 Συνήθως πάω πάσο σε ό,τι κι αν λέει για ν' αποφύγω τους καυγάδες.
go along with [sb/sth] vtr phrasal insepfigurative (support, agree with)στηρίζω ρ μ
  συμφωνώ με κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
 Rachel is happy to go along with Harry's suggestion.
 Η Ρέιτσελ θα στηρίξει με χαρά την πρόταση του Χάρυ.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'go along' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση go along στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «go along».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!