gone

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈgɒn/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/gɔn, gɑn/ ,USA pronunciation: respelling(gôn, gon)

From the verb go: (⇒ conjugate)
gone is: Click the infinitive to see all available inflections
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: gone, go

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
gone adj(person: absent) (επίσημο)απών μτχ ενεστ
 (καθομιλουμένη)λείπω ρ αμ
  απουσιάζω ρ αμ
 Sorry, John is gone. He'll be back tomorrow.
 Με συγχωρείτε, ο Τζον λείπει. Θα γυρίσει αύριο πίσω.
gone adj(time: ended)είμαι παρελθόν ρ έκφρ
  περνάω ρ αμ
 (λόγιος)έχω παρέλθει ρ έκφρ
 (κατά λέξη)περασμένος μτχ πρκ
 At one time I would have trusted him, but that time is gone.
 Μια φορά θα τον εμπιστευόμουν, αλλά αυτό είναι παρελθόν.
gone adj(object: missing)χάθηκα ρ αμ
  λείπω ρ αμ
 (πριν από ουσιαστικό)χαμένος επίθ
 I left my keys on the kitchen table and now they're gone.
 Άφησα τα κλειδιά μου στην κουζίνα και τώρα λείπουν.
gone adj(item: used up)τελειώνω ρ αμ
 The red paint is gone, and there isn't very much blue.
 Η κόκκινη μπογιά τελείωσε, και δεν έχει μείνει και πολύ μπλε.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
gone adjfigurative, euphemism (person: deceased) (ευφημισμός)φεύγω ρ αμ
 He carved "Gone, but not forgotten" on the tombstone.
 Σκάλισε στην ταφόπετρα την επιγραφή «Έφυγε, αλλά δεν ξεχάστηκε».
gone adjslang (woman: pregnant)έγκυος επίθ
 (αργκό, ελαφρώς μειωτικό)γκαστρωμένος μτχ πρκ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία, καθώς δεν υπάρχει όρος αργκό που να μην έχει αρνητική έννοια.
 She was six months gone and buying things for the baby.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
go vi(leave, depart)πηγαίνω ρ αμ
  φεύγω ρ αμ
 (καθομιλουμένη: προτροπή)τράβα ρ αμ
 You'd better go. It's getting late.
 Καλύτερα να πηγαίνεις. Είναι αργά.
 Καλύτερα να φύγεις. Είναι αργά.
go to [sth] vi + prep(proceed to, head for)πηγαίνω σε κτ, πάω σε κτ ρ αμ + πρόθ
 I'm going to London this summer.
 Anne went to Italy for her holiday last year.
 Robert goes to the market every Saturday morning.
 Θα πάω στο Λονδίνο φέτος το καλοκαίρι. // Η Αν πήγε στην Ιταλία για διακοπές πέρυσι. // Ο Ρόμπερτ πάει κάθε Σάββατο πρωί στην αγορά.
go vi(move along, advance)κινούμαι ρ αμ
 (καθομ: μεγάλη ταχύτητα)τρέχω ρ αμ
 (μέσο μεταφοράς, άτομο κλπ)πάω, πηγαίνω ρ αμ
 The train was going at top speed.
 Electricity goes along wires.
 Το τρένο κινούταν με τη μέγιστη ταχύτητα. // Το ηλεκτρικό ρεύμα κινείται κατά μήκος των καλωδίων.
 Το τρένο έτρεχε με τη μέγιστη ταχύτητά του.
go vi(extend)φτάνω ρ αμ
 Our property goes all the way down to the river.
 Το κτήμα μας φτάνει μέχρι κάτω στο ποτάμι.
go to [sth] vi + prep(lead to)οδηγώ ρ μ
 (καθομιλουμένη)πηγαίνω, πάω ρ αμ
 These stairs go to the attic.
 Αυτές οι σκάλες οδηγούν στη σοφίτα.
 Αυτές οι σκάλες πάνε στη σοφίτα.
go vi(with adverb: turn out, pass)πηγαίνω ρ αμ
 The wedding went very well, thank you.
 Ο γάμος πήγε πολύ καλά, ευχαριστώ.
go vi(with adjective: become)γίνομαι ρ συνδ
 (αποδοκιμασίας: κάτι κακό)καταντώ ρ συνδ
Σχόλιο: Συνηθέστερα, χρησιμοποιείται το ρήμα που προκύπτει από το αγγλικό επίθετο, πχ Νομίζω πως τρελαίνομαι.
 I think I'm going crazy.
 Νομίζω ότι καταντώ τρελός.
go vi(with adjective: act in a given way) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)-
Σχόλιο: Χρησιμοποιείται το ρήμα που προκύπτει από το αγγλικό επίθετο.
 They went crazy when they heard the news.
 Αγρίεψαν μόλις άκουσαν τα νέα.
be going to do [sth] v aux(future) (μέλλοντας)θα κάνω κτ περίφρ
  πρόκειται να κάνω κτ περίφρ
 Jake is going to clean the bathroom later.
 Ο Τζέικ θα καθαρίσει το μπάνιο αργότερα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
go adjinformal (ready)έτοιμος επίθ
  σε ετοιμότητα έκφρ
 All systems are go.
go interj(cheering on a team, participant)ολέ επιφ
 The fans were shouting "Go Steelers!"
go ncolloquial (energy)ζωντάνια ουσ θηλ
 (επίσημο)ενεργητικότητα ουσ θηλ
 She's sure got a lot of go.
go ninformal (try)προσπάθεια, δοκιμή ουσ θηλ
 Can I have a go?
go ninformal (turn)σειρά ουσ θηλ
 It's your go. Here are the dice.
go,
Go
n
often capitalized (board game)γκο ουσ ουδ άκλ
 Go is played with black and white counters on a wooden board.
go to do [sth] v expr(make a move to do)πάω να κάνω κτ περίφρ
 Jake went to brush a stray hair from Leah's cheek, but at that moment she turned away.
go vi(function, perform)λειτουργώ ρ αμ
 (καθομιλουμένη)δουλεύω ρ αμ
 This fan won't go.
go vi(time: pass) (χρόνος)φεύγω ρ αμ
  περνάω ρ αμ
 Weekends go really fast.
 Τα Σαββατοκύριακα φεύγουν πολύ γρήγορα.
 Τα Σαββατοκύριακα περνούν πολύ γρήγορα.
go vi(tend to be)είμαι ρ αμ
 As exams go, that wasn't too bad.
go vi(be sold) (επίσημο)πωλούμαι ρ αμ
  πουλιέμαι ρ αμ
 (μεταφορικά)φεύγω ρ αμ
 The rare book will go quickly at auction.
go vi(pass, fit, enter)περνάω, περνώ ρ αμ
  χωράω, χωρώ ρ αμ
 The couch just won't go through the door.
go viinformal, euphemism (relieve yourself)πάω στο μπάνιο, πάω στην τουαλέτα έκφρ
 (καθομ, παλαιό: άκομψο)πάω προς νερού μου έκφρ
 Excuse me. I've got to go. Is there a bathroom near here?
go vi(perform an action)κάνω ρ μ
 Go like this with your hands.
go vi(be valid)ισχύω ρ αμ
  είναι σωστό περίφρ
 Whatever Mike says, goes.
go viinformal (say)λέω ρ αμ
 Boys will be boys, as the saying goes.
go vieuphemism (die) (ευφημισμός)φεύγω ρ αμ
 He went just after midnight, with his wife at his side.
go viinformal (give way, collapse)καταρρέω ρ αμ
  υποχωρώ ρ αμ
 There was so much snow the roof went.
go viinformal (stop working)χαλάω, χαλώ ρ αμ
 (καθομιλουμένη, αργκό)τα παίζω, τα φτύνω, τα τινάζω έκφρ
 The car engine went, so we had to walk home.
go vi(bell: ring)χτυπάω, χτυπώ ρ αμ
 Matt got a detention for getting to class after the bell had gone.
go vi(move, develop)προχωράω, προχωρώ ρ αμ
 The country is going towards a service-based economy.
go to [sth],
go on [sth]
vi + prep
(be allotted)πάω ρ αμ
 (επίσημο)προορίζομαι ρ αμ
 A quarter of their income goes to food.
go to [sb] vi + prep(pass to [sb] in a will)πάω, πηγαίνω ρ αμ
  δίνομαι ρ αμ
 His house went to the elder son, its contents to the younger.
go into [sth] vi + prep(number: be divisor of)διαιρούμαι ρ αμ
  διαιρώ ρ αμ
  είμαι διαιρέτης ρ έκφρ
 (καθομιλουμένη)χωράω σε κτ ρ αμ + πρόθ
 How many times does six go into eighty-four?
 Πόσες φορές δαιρείται το ογδόντα τέσσερα με το έξι;
 Πόσες φορές διαιρεί το έξι το ογδόντα τέσσερα;
go to [sb/sth] vi + prep(be awarded to)πάω σε κπ/κτ, πηγαίνω σε κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
 (επίσημο)απονέμομαι σε κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
 And the Oscar goes to Steve McQueen!
go to [sth] vi phrasal(resort: to [sth])κάνω ρ μ
  καταβάλλω ρ μ
 They went to great effort to get here on time.
go to [sb] vtr phrasal insepfigurative (consult, ask a favor of)στρέφομαι σε κπ ρ αμ + πρόθ
 When I need advice, I go to my rabbi.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
go about vi phrasal(move from place to place)πηγαίνω ρ αμ
  μετακινούμαι ρ αμ
 He goes about from place to place, taking casual jobs wherever he can get them.
go about [sth] vtr phrasal insep(approach, tackle: a task) (κάνω την αρχή)καταπιάνομαι με κτ ρ αμ + πρόθ
 (σημειώνω πρόοδο)καταφέρνω ρ αμ
  τα βγάζω πέρα με κτ έκφρ
 Isn't it time you went about fixing the broken table?
 How am I to go about painting the ceiling when I have no ladder?
 Δεν ήρθε ο καιρός να καταπιαστείς μ' εκείνο το σπασμένο τραπέζι;
 Πώς θα τα καταφέρω να βάψω το ταβάνι όταν δεν έχω σκάλα;
go about vi phrasal(sailing: change tack) (ιστιοπλοΐα)κάνω τακ έκφρ
 The skipper gave the command to go about.
go across [sth] vtr phrasal insep(cross, traverse)διασχίζω ρ μ
  περνάω, περνώ ρ μ
 We sometimes go across the road for a drink at the pub.
go after [sth] vtr phrasal insep(pursue)στοχεύω σε κτ ρ αμ + επίρ
  προσπαθώ να αποκτήσω περίφρ
  επιδιώκω, στοχεύω ρ μ
 (μεταφορικά)κυνηγώ ρ μ
 Mark is now going after a Master's degree in science.
 Τώρα ο Μαρκ στοχεύει να πάρει Μάστερ.
go after [sb] vtr phrasal insepinformal, figurative (attack verbally) (καθομιλουμένη)τη λέω έκφρ
 He really decided to go after him when he saw him flirting with his wife.
 Όντως αποφάσισε να του την πει όταν τον είδε να φλερτάρει με τη γυναίκα του.
go after [sth/sb] vtr phrasal insep(be next, follow)ακολουθώ ρ αμ
 In the alphabet, the letter B goes after the letter A.
 Στην αλφαβήτα το γράμμα Β ακολουθεί το γράμμα Α.
go against [sth/sb] vtr phrasal insep(not comply with)πάω ενάντια σε κτ/κπ έκφρ
  εναντιώνομαι σε κπ ρ αμ + πρόθ
 If you go against his wishes, he will make things difficult for you.
go against [sth/sb] vtr phrasal insep(be in opposition to)εναντιώνομαι σε κπ ρ αμ + πρόθ
 To go against the mob takes courage.
go ahead vi phrasal(do [sth] as planned)-
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντιστοιχία. Αποδίδεται κατά περίπτωση, βλ. πρόταση παραδείγματος.
 I can't come with you this weekend after all, but don't let that stop you; you go ahead.
 Τελικά δεν μπορώ να έρθω μαζί σας το σαββατοκύριακο, αλλά μην αφήσετε να σας σταματήσει αυτό· εσείς να πάτε.
go ahead vi phrasal(take place as scheduled)προχωρώ, συνεχίζω ρ αμ
  συνεχίζομαι ρ αμ
 The meeting will go ahead.
 Η συνάντηση θα συνεχιστεί.
go ahead of [sb/sth] vi phrasal + prep(lead, overtake)προηγούμαι ρ αμ
 The guide went ahead of the group and demonstrated how to maneuver through the cave.
go along vi phrasal(move, advance) (μεταφορικά)προχωρώ, εξελίσσομαι ρ αμ
 Until yesterday, things had been going along quite nicely.
 We were going along at about 30 mph.
 Μέχρι χθες, τα πράγματα εξελίσσονταν αρκετά καλά.
go along vi phrasalinformal, figurative (consent, comply)συμφωνώ, δέχομαι ρ αμ
 Jeff wanted Rita to help him prank Martin, but she refused to go along.
 Ο Τζεφ ήθελε να τον βοηθήσει η Ρίτα για να κάνει πλάκα στον Μάρτιν, αλλά εκείνη δεν δέχτηκε.
go along with [sth] vtr phrasal insepfigurative (permit, consent to)συμφωνώ με κτ ρ μ
 (αργκό)πάω πάσο έκφρ
 I usually just go along with what she says to avoid any arguments.
 Συνήθως συμφωνώ με ε ό,τι κι αν λέει για ν' αποφύγω τους καυγάδες.
 Συνήθως πάω πάσο σε ό,τι κι αν λέει για ν' αποφύγω τους καυγάδες.
go along with [sb/sth] vtr phrasal insepfigurative (support, agree with)στηρίζω ρ μ
  συμφωνώ με κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
 Rachel is happy to go along with Harry's suggestion.
 Η Ρέιτσελ θα στηρίξει με χαρά την πρόταση του Χάρυ.
go around,
also UK: go round
vi phrasal
(rotate, revolve)περιστρέφομαι, γυρίζω ρ αμ
  γυρίζω γύρω γύρω έκφρ
 The baby watched the top go round and laughed.
 Each of the beautifully painted horses became visible as the carousel went around.
 Το μωρό έβλεπε την κορυφή να γυρνάει και γελούσε.
go around,
also UK: go round
vi phrasal
(be shared by all)φτάνω για όλους, φθάνω για όλους, είμαι αρκετός για όλους περίφρ
 (επίσημο)επαρκώ για όλους, είμαι επαρκής για όλους περίφρ
 Do you think there'll be enough loaves and fishes to go around?
 Πιστεύεις ότι υπάρχουν αρκετά καρβέλια και ψάρια να φτάσουν για όλους (or: φθάσουν για όλους); Πιστεύεις ότι τα καρβέλια και τα ψάρια είναι αρκετά για όλους;
 Πιστεύεις ότι υπάρχουν αρκετά καρβέλια και ψάρια για να επαρκέσουν για όλους; Πιστεύεις ότι τα καρβέλια και τα ψάρια είναι επαρκή για όλους;
go around,
also UK: go round,
go about
vi phrasal
(illness: be transmitted)κυκλοφορώ ρ αμ
 There's a nasty strain of flu going around.
 Κυκλοφορεί μια άσχημη γρίπη.
go around,
also UK: go round,
go about
vi phrasal
(be in a state habitually)κάνω ρ αμ
  συμπεριφέρομαι ρ αμ
 (εμφάνιση)κυκλοφορώ ρ αμ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Παρατίθενται ορισμένες εναλλακτικές αποδόσεις.
 He goes around looking filthy.
 She goes about as if she owns the place.
 Συμπεριφέρεται λες και είναι δικό της το μέρος.
 Κυκλοφορεί σαν λέτσος.
go around,
also UK: go round,
go about
vi phrasal
figurative, informal (circulate, spread) (μεταφορικά)κυκλοφορώ ρ αμ
 There's a rumour going round that you're cheating on Tim.
 Κυκλοφορεί μια φήμη ότι απατάς τον Τιμ.
go around,
also UK: go round
vi phrasal
informal (pay a visit to [sb](καθομιλουμένη: από κπ/κτ)περνάω ρ αμ
 I'll go round to your place when I'm done.
 Θα περάσω απ' το σπίτι σου όταν τελειώσω.
go at [sth] vtr phrasal insepinformal (do energetically) (καθομιλουμένη, μτφ)πέφτω με τα μούτρα σε κτ έκφρ
 Chris was hungrily going at his food.
go at [sb] vtr phrasal insepinformal (attack: [sb])επιτίθεμαι σε κπ ρ μ + πρόθ
 (καθομιλουμένη, μτφ)την πέφτω σε κπ έκφρ
 One of the men went at Ed with a knife.
go back vi phrasal(return)ξαναπάω, ξαναπηγαίνω ρ αμ
  επιστρέφω, γυρίζω ρ αμ
 Frank left his wallet at home and had to go back to get it.
 Ο Φρανκ ξέχασε το πορτοφόλι του στο σπίτι και έπρεπε να επιστρέψει για να το πάρει.
go back to [sth] vi phrasal + prep(return to: a place)ξαναπάω σε κτ, ξαναπηγαίνω σε κτ ρ αμ + πρόθ
  επιστρέφω σε κτ, γυρίζω σε κτ ρ αμ + πρόθ
 I'd like to go back to Paris one day.
 Θα μου άρεσε να ξαναπάω στο Παρίσι κάποια μέρα.
go back to [sb] vi phrasal + prep(return: to partner)γυρίζω σε κπ, ξαναγυρίζω σε κπ, επιστρέφω σε κπ ρ αμ + πρόθ
  γυρίζω πίσω σε κπ έκφρ
 Gina has decided to go back to her husband and try to make their relationship work.
 Η Τζίνα αποφάσισε να γυρίσει στον άντρα της και να προσπαθήσει να φτιάξει τη σχέση τους.
go back to [sth] vi phrasal + prep(revert)επιστρέφω σε κτ ρ αμ + πρόθ
 Ted seems to have gone back to his bad habits of drinking and gambling.
 Ο Τεντ φαίνεται να επέστρεψε στις κακές συνήθειες του ποτού και του τζόγου.
go back vi phrasal(clock: move back an hour)πάω προς τα πίσω, πηγαίνω προς τα πίσω περίφρ
 (καθομιλουμένη)κάνω πίσω, κάνω προς τα πίσω έκφρ
 In the UK, the clocks go back by one hour at the end of British Summer Time.
go back vi phrasal(be in the past) (στο παρελθόν)πάω πίσω ρ αμ + επίρ
  φτάνω ρ αμ
 My grandmother's memories go back a long way.
 Οι αναμνήσεις της γιαγιάς μου πάνε πολύ πίσω.
go back to [sth] vi phrasal + prep(be in the past)χρονολογούμαι από κτ ρ αμ + πρόθ
 (καθομιλουμένη)είμαι από κτ ρ αμ + πρόθ
 That song goes back to the Second World War.
 Το τραγούδι αυτό είναι από τον 'Β Παγκόσμιο Πόλεμο.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
gone | go
ΑγγλικάΕλληνικά
all gone adj(finished, used up)που έχει τελειώσει περίφρ
 I can't make beef stroganoff tonight because the mushrooms are all gone.
all gone adj(disappeared)που έχει εξαφανιστεί περίφρ
 The snow banks in the garden are all gone after this week of warm weather.
begone,
be gone
interj
archaic or humorous (leave, go away) (φύγε)δρόμο, πάρε δρόμο έκφρ
  χάσου από μπροστά μου, χάσου από τα μάτια μου έκφρ
 (παλαιό)χάσου επίφ
 (για ζώα ή μειωτικό)ουστ επίφ
 Begone, flu symptoms! I've got a lot of work to do this week.
dead and gone adj(dead, deceased)νεκρός, πεθαμένος επίθ
 Cyril has been dead and gone for over twenty years now.
dead and gone adjfigurative (long since over, finished) (μεταφορικά)που έχει πεθάνει έκφρ
 (μεταφορικά, ανεπίσημο)που έχει ψοφήσει έκφρ
 (μεταφορικά)νεκρός επίθ
 (μεταφορικά, ανεπίσημο)ψόφιος επίθ
Σχόλιο: Για να δώσουμε έμφαση στο ότι έχει περάσει καιρός, μπορούμε να προσθέσουμε χρονικούς προσδιορισμούς, π.χ. έχει πεθάνει εδώ και καιρό, έχει πεθάνει χρόνια τώρα κ.ά.
 The mining industry in this country is dead and gone.
far gone adj(almost worn out, exhausted)που έχει χαλάσει περίφρ
  που τα έχει φτύσει, που τα έχει παίξει περίφρ
far gone adjinformal (dying) (ευφημισμός)που έχει φύγει περίφρ
 (καθομιλουμένη, προσβλητικό)που τα έχει τινάξει περίφρ
go and do [sth] v exprinformal (do [sth] foolish)πάω και κάνω κτ έκφρ
 (ειρωνικό)καταφέρνω να κάνω κτ έκφρ
 My stupid brother went and broke his leg the day before the race!
gone by adj(times, days: in the past)που έχει περάσει περίφρ
  που έφυγε περίφρ
Σχόλιο: follows the noun
 Two old friends sat on the porch talking about days gone by.
long gone,
long-gone
adj
(having left a long time ago)πάει καιρός που έφυγε έκφρ
  που έχει φύγει εδώ και καιρό περίφρ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun.
 Tony is long gone; he now lives in Chicago.
long gone,
long-gone
adj
(having died a long time ago) (ευφημισμός)πάει καιρός που έφυγε, πάει καιρός που τον χάσαμε έκφρ
 (ευφημισμός)που έχει φύγει εδώ και καιρό περίφρ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun.
 These cave paintings were created by our long-gone ancestors.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'gone' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the [customer, driver, student] was (already) gone, was gone when I [looked up, arrived], was gone before I [knew it, realized], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση gone στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «gone».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!