Listen:
Inflections of 'grace ' (v ): (⇒ conjugate )graces v 3rd person singular gracing v pres p graced v past graced v past p
Κύριες μεταφράσεις WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
grace n (elegance) χάρη ουσ θηλ Irene glided over the dance floor with the grace of a figure skater. Η Αϊρίν χόρευε στην πίστα με την χάρη μιας πατινέρ. grace n (Christianity: God's mercy) χάρη, εύνοια ουσ θηλ θεία χάρη επίθ + ουσ θηλ (καθαρεύουσα, λόγιος ) χάρις ουσ θηλ The congregation prayed for God's grace and mercy. Το εκκλησίασμα προσευχόταν για τη χάρη και το έλεος του Θεού. grace n (prayer before or after meal) προσευχή ουσ θηλ Jim's father always said grace before every meal. Ο πατέρας του Τζιμ πάντα έκανε την προσευχή σου πριν από κάθε γεύμα. grace n usually capitalized (title)εξοχότητα ουσ θηλ (καθαρεύουσα, παλαιό ) εξοχότης ουσ θηλ His Grace appeared at the king's court last week. Η Εξοχότητά του εμφανίστηκε στην αυλή του βασιλιά την περασμένη εβδομάδα. grace [sth] ⇒ vtr (adorn) κοσμώ ρ μ Many rare and beautiful treasures graced the museum. Πολλοί σπάνιοι και όμορφοι θησαυροί κοσμούσαν το μουσείο. grace [sb/sth] with [sth] vtr + prep (person: be present) τιμώ κπ/κτ με κτ ρ μ + πρόθ The mayor graced the villagers with his presence at the ceremony. Ο δήμαρχος τίμησε τους χωρικούς με την παρουσία του στην τελετή.
Επιπλέον μεταφράσεις WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
grace n (manners) καλοί τρόποι επίθ + ουσ αρσ πλ ευγένεια ουσ θηλ Margaret's grace in refusing the invitation was impressive.
Κύριες μεταφράσεις WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
Grace n (female given name) Γκρέις ουσ θηλ κύρ Janine named her new daughter Grace.
Ο όρος 'grace ' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή: