• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Ο όρος 'grated' παραπέμπει στον όρο ''grated''. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'grated' is cross-referenced with ''grated''. It is in one or more of the lines below.
Σε αυτή τη σελίδα: grated, grate, shredded

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
grated adj(food: cut into bits using a grater)τριμμένος επίθ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
grate vi(scraping sound)μη διαθέσιμη μετάφραση
 The trash can grated as James dragged it to the street.
grate [sth] vtr(shred: cheese, vegetables)τρίβω ρ μ
 Kelsey always grates cheese onto her salad.
 Η Κέσλεϋ πάντα τρίβει τυρί πάνω στη σαλάτα της.
grate vifigurative (be annoying)γίνομαι εκνευριστικός ρ έκφρ
 (καθομ, μεταφορικά: κάποιου ή σε κάποιον)σπάω τα νεύρα έκφρ
 The teacher had been talking for an hour, and her high-pitched voice was starting to grate.
 Η δασκάλα μιλούσε επί μία ώρα και η τσιριχτή φωνή της άρχιζε να γίνεται εκνευριστική.
grate on [sb],
grate with [sb]
vi + prep
figurative (annoy [sb])εκνευρίζω ρ μ
 (καθομ, μεταφορικά: κάποιου ή σε κάποιον)σπάω τα νεύρα έκφρ
 (αργκό, μεταφορικά)τη δίνω σε κπ έκφρ
 After a while, Laura's whining voice started to grate on Hanna.
 Incorrect use of grammar really grates with me.
 Μετά από λίγο, η γκρινιάρικη φωνή της Λώρας άρχισε να εκνευρίζει τη Χάννα.
 Η λάθος χρήση της γραμματικής πραγματικά μου σπάει τα νεύρα.
grate n(metal guard, cover)σχάρα ουσ θηλ
 Cities with more rain always have more grates in the sidewalks than out here in the desert.
 Οι πόλεις με περισσότερη βροχή πάντα έχουν περισσότερες σχάρες στα πεζοδρόμια σε σχέση με εδώ πέρα στην έρημο.
grate n(fireplace) (εξάρτημα τζακιού)σχάρα ουσ θηλ
 (πιο απλά)τζάκι ουσ ουδ
 Anne's dad built a fire in the grate to heat up the house.
 Ο μπαμπάς της Άν άναψε μια φωτιά πάνω στη σχάρα για να ζεστάνει το σπίτι.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
grate [sth] vtr(teeth: grind)τρίζω ρ μ
 Jenna always grates her teeth together when she's mad.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
shredded adj(paper, fabric: torn into strips)σκισμένος μτχ πρκ
 Mary found the shredded letter in the wastepaper bin.
shredded adj(food: pulled or cut into shreds)σε κομματάκια περίφρ
  κομματιασμένος μτχ πρκ
 Serve the shredded pork in wraps, with lettuce and barbecue sauce.
shredded (US),
grated (UK)
adj
(grated: cheese, vegetables)τριμμένος μτχ πρκ
 Mix the shredded vegetables with the dressing.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
shredded adjfigurative, slang (person: toned, muscular)γραμμωμένος επίθ
 (αργκό)φέτες ουσ ως επίθ άκλ
 There are a lot of shredded guys at the gym.
shredded adjfigurative, slang (muscles: toned)γραμμωμένος επίθ
  τονισμένος επίθ
 (κοιλιακοί)φέτες ουσ ως επίθ άκλ
 Carl lifts weights every day because he wants to get shredded pecs.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
grated | grate | shredded
ΑγγλικάΕλληνικά
grated cheese,
also US: shredded cheese
n
(shavings of cheese)τριμμένο τυρί επίθ + ουσ ουδ
 (σπάνιο)ξυσμένο τυρί επίθ + ουσ ουδ
 I always sprinkle grated cheese over the top when I make a pizza.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'grated' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση grated στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «grated».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!