|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Halt! interj | (stop!) (στρατιωτικό) | αλτ επιφ | | | (καθομιλουμένη) | στοπ επιφ | | | | σταμάτα, σταματήστε επιφ | | | The soldier shouted, "Halt! No civilians beyond this point." | | | Ο στρατιώτης φώναξε, «Αλτ! Κανένας πολίτης πέρα από αυτό το σημείο.» | | halt n | (stop) | ακινητοποίηση ουσ θηλ | | | | στάση ουσ θηλ | | | The train's halt was due to a technical malfunction. | | | Η ακινητοποίηση του τρένου οφειλόταν σε τεχνικό πρόβλημα. | | halt n | (temporary) | παύση, διακοπή ουσ θηλ | | | (καθομιλουμένη) | σταμάτημα ουσ ουδ | | | There was a halt on all transactions while the bank investigated the security breach. | | | Πραγματοποιήθηκε παύση σε όλες τις συναλλαγές όσο η τράπεζα ερευνούσε την παραβίαση ασφαλείας. | | halt⇒ vi | (stop) | σταματάω, σταματώ ρ αμ | | | | ακινητοποιούμαι ρ αμ | | | The car halted as it came to the train tracks. | | | Το αυτοκίνητο σταμάτησε όταν έφτασε στις ράγες του τραίνου. | | halt [sth]⇒ vtr | (stop) | σταματάω, σταματώ ρ μ | | | | διακόπτω ρ μ | | | Management halted the project when the money ran out. | | | Η διοίκηση διέκοψε το πρότζεκτ όταν εξαντλήθηκαν τα χρήματα. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | halt adj | archaic (Biblical: disabled) (πρόβλημα βάδισης) | χωλός επίθ | | | (πιο γενικά) | ανάπηρος επίθ | | the halt npl | archaic (Biblical: disabled people) | οι ανάπηροι άρθ ορ + ουσ αρσ πλ | | | | οι παράλυτοι άρθ ορ + ουσ αρσ πλ | | | 'Bring in hither the poor, and the maimed, and the halt, and the blind.' - Luke 14:21 |
Ο όρος 'halt' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|