deadlock

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈdɛdlɒk/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈdɛdˌlɑk/ ,USA pronunciation: respelling(dedlok′)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
deadlock n(standstill)αδιέξοδο ουσ ουδ
 (μεταφορικά)τέλμα ουσ ουδ
 Negotiations to end the violence are in deadlock.
 Οι διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό της βίας είναι σε αδιέξοδο.
deadlock [sth] vtr(halt progress of)βάζω φρένο σε κτ έκφρ
  παρεμποδίζω ρ μ
 The mayor's stubbornness deadlocked the talks.
 Το πείσμα του δημάρχου έβαλε φρένο στις συνομιλίες.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
deadlock nUK (type of lock)κουτιαστή κλειδαριά φρ ως ουσ θηλ
  κλειδαριά deadlock φρ ως ουσ θηλ
 Deadlocks are more secure than spring locks.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
break the deadlock v expr(end a stalemate)βγαίνω από το αδιέξοδο έκφρ
  ξεπερνάω το αδιέξοδο έκφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'deadlock' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση deadlock στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «deadlock».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!