hedging

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈhedʒɪŋ/

From the verb hedge: (⇒ conjugate)
hedging is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: hedging, hedge

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hedging n(finance: offsetting risk)οικονομική αντασφάλιση ουσ θηλ
 Farmers often insure their crops by hedging.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hedging nfigurative (avoidance of issue)υπεκφυγή ουσ θηλ
 The interviewer was growing tired of the politician's hedging.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hedge n(row of dense shrubs)φράκτης από θάμνους περίφρ
 (αν εννοείται από τα συμφραζόμενα)φράχτης, φράκτης ουσ αρσ
 Ashley spent her Saturday trimming the hedge.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ένας πανύψηλος φράκτης από θάμνους κρατούσε μακριά τα αδιάκριτα βλέμματα.
 Η Άσλεϋ πέρασε όλο το Σάββατο κουρεύοντας τους θάμνους του φράκτη.
hedge n(protection against financial risk)κάλυψη έναντι κινδύνου περίφρ
  αντιστάθμιση ουσ θηλ
 Seth bought property and invested in foreign currencies as a hedge against inflation.
 Ο Σεθ αγόρασε γη και επένδυσε σε ξένα νομίσματα ως αντιστάθμιση για τον πληθωρισμό.
hedge vtr(surround with dense shrubs)περιβάλλω με πυκνούς θάμνους περίφρ
 The farmer is hedging her fields.
hedge vtrfigurative (be less direct)αμβλύνω ρ μ
  μετριάζω ρ μ
 (μεταφορικά)στρογγυλεύω, σουλουπώνω ρ μ
 Kelsey always hedged her statements to avoid offending people.
 Η Κέλσι σουλουπώνει πάντα τις δηλώσεις της για να αποφύγει να προσβάλει τον κόσμο.
hedge [sth] vtr(protect: against financial risk)αντισταθμίζω ρ μ
 Brian hedged his investments to keep his retirement fund safe.
 Ο Μπράιαν αντιστάθμισε τις επενδύσεις του για να διατηρήσει ασφαλές το συνταξιοδοτικό του κονδύλιο.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hedge [sb/sth] in vtr + prepoften passive (surround, encircle)περικυκλώνω ρ μ
 (εγώ ο ίδιος)είμαι περικυκλωμένος ρ έκφρ
 There was no escape; we were hedged in.
hedge [sb] in vtr + prepoften passive, figurative (restrict, surround) (εγώ ο ίδιος)ζορίζομαι από κτ, πιέζομαι από κτ ρ αμ + πρόθ
 (μεταφορικά)πνίγομαι από κτ ρ αμ + πρόθ
 (κάτι εμένα)κτ με πνίγει έκφρ
  κτ με ζορίζει, κτ με πιέζει έκφρ
 Ike was hedged in by the schoolwork at his university, so he dropped out to start his business.
hedge- adjpejorative (inadequate, inferior) (μειωτικό)παλιο- πρόθημα
 (για γιατρό)κομπογιαννίτης επίθ
 (αποδοκιμασίας)άχρηστος επίθ
 We need proper legal advice; there's no point in consulting that hedge-lawyer!
hedge n(linguistics: mitigating word)υπεκφυγή ουσ θηλ
 A hedge is used in speaking or writing to soften an assertion.
hedge nfigurative (barrier)εμπόδιο, φράγμα ουσ ουδ
 (μεταφορικά)δάσος ουσ ουδ
 The politician had to make her way through a hedge of microphones outside her office.
hedge nfigurative (evasion)υπεκφυγή ουσ θηλ
 The senator used a series of hedges to avoid answering the question.
hedge vifigurative (be evasive)υπεκφεύγω ρ αμ
 (καθομιλουμένη)κρατάω πισινή έκφρ
 The politician always hedged to avoid really answering any questions.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
hedge [sth/sb] in vtr phrasal sep(enclose, surround)περικυκλώνω ρ μ
  περιβάλλω ρ μ
 (όχι άτομο)περιφράσσω ρ μ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
hedging | hedge
ΑγγλικάΕλληνικά
hedging strategy n(approach to risk avoidance)στρατηγική αντιστάθμισης φρ ως ουσ θηλ
hedging techniques npl(methods of risk avoidance)τεχνικές αντιστάθμισης φρ ως ουσ θηλ πλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση hedging στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «hedging».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!