• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
in a row adv(lined up)στη σειρά φρ ως επίρ
 She arranged the toy soldiers all in a row.
 Τακτοποίησε όλα τα στρατιωτάκια στη σειρά.
in a row advfigurative (consecutively) (μεταφορικά)στη σειρά φρ ως επίρ
  συνεχόμενα επίρ
 (καθομιλουμένη)σερί επίρ
 We have had temperatures of 34 degrees and above for five days in a row.
 Για πέντε ημέρες στη σειρά, είχαμε θερμοκρασίες από 34 βαθμούς και πάνω.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'in a row' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση in a row στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «in a row».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!