• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
in addition adv(also, as well)καθώς και, καθώς επίσης περίφρ
  αλλά και, και πέραν αυτού περίφρ
  επιπλέον επίρ
  επιπροσθέτως επίρ
 I have the qualifications you require and, in addition, several years' experience.
 Διαθέτω τα απαιτούμενα προσόντα καθώς και αρκετά χρόνια προϋπηρεσίας.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
in addition to prep(as well as)εκτός από κτ περίφρ
 (με γενική)πέραν επίρ
 In addition to the paper itself I include a full bibliography.
 Εκτός απ' την ίδια την εργασία, έχω συμπεριλάβει και πλήρη βιβλιογραφία.
in addition to this adv(also, besides)επιπλέον επίρ
  επιπροσθέτως επίρ
 The candidate has a degree in maths and computer science; in addition to this, he speaks four languages.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'in addition' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση in addition στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «in addition».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!