jelly

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈdʒɛli/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈdʒɛli/ ,USA pronunciation: respelling( jelē)

Inflections of 'jelly' (n): npl: jellies
Inflections of 'jelly' (v): (⇒ conjugate)
jellies
v 3rd person singular
jellying
v pres p
jellied
v past
jellied
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Ο όρος 'jelly' παραπέμπει στον όρο ''jelly''. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'jelly' is cross-referenced with ''jelly''. It is in one or more of the lines below.
Σε αυτή τη σελίδα: jelly, jam

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
jelly nmainly US (clear fruit spread)μαρμελάδα ουσ θηλ
 Fred liked to put redcurrant jelly on his bread.
 Στον Φρεντ άρεσε να βάζει μαρμελάδα από κόκκινα μούρα στο ψωμί του.
jelly nUK (gelatin dessert)ζελέ ουσ ουδ άκλ
 (ανεπίσημο)ζελές ουσ αρσ
 Pam made raspberry jelly for dessert.
 Η Παμ έφτιαζε ζελέ από σμέουρα για επιδόρπιο.
jelly n(savory gelatin)ζελατίνα, ζελατίνη ουσ θηλ
 The butcher made a jelly with the pig's innards.
 Ο χασάπης έφτιαξε μια ζελατίνη με τα εντόσθια του χοίρου.
jelly n(substance)ζελέ ουσ ουδ άκλ
 The soup turned into jelly as it cooled.
 Η σούπα έγινε ζελέ όταν κρύωσε.
jelly nUK, slang (explosive)μη διαθέσιμη μετάφραση
 The workers used jelly to blast a path through the mountains.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
jam nmainly UK (food: fruit conserve)μαρμελάδα ουσ θηλ
 Sheila used the leftover plums to make jam.
 Η Σέιλα χρησιμοποίησε τα περισσευούμενα δαμάσκηνα για να φτιάξει μαρμελάδα.
jam n(vehicle congestion)μποτιλιάρισμα ουσ ουδ
 (μεταφορικά)κίνηση ουσ θηλ
 Jeff was late to work after being stuck in a jam for three hours.
 Ο Τζεφ άργησε να πάει στη δουλειά επειδή είχε κολλήσει στην κίνηση για τρεις ώρες.
jam ninformal (improvised music session) (ανεπίσημο)τζαμάρισμα ουσ ουδ
 The band got together for a jam on Saturday.
 Το συγκρότημα συναντήθηκε για ένα τζαμάρισμα το Σάββατο.
jam vi(door: become stuck) (μεταφορικά)κολλάω, φρακάρω, σφηνώνω ρ αμ
 The door jammed, and Ben couldn't get out.
 Η πόρτα φράκαρε και ο Μπεν δεν μπορούσε να βγει έξω.
jam vi(machine: become stuck) (καθομιλουμένη)κολλάω, μπλοκάρω ρ αμ
 The printer jammed again, so no one could print anything for over an hour.
 Ο εκτυπωτής μπλόκαρε ξανά και έτσι δεν μπόρεσε κανείς να εκτυπώσει τίποτα για πάνω από μια ώρα.
jam [sth] in [sth],
jam [sth] into [sth]
vtr
(push hard, wedge)χώνω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
 (για να μην μετακινηθεί)σφηνώνω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
 Paul tried to jam a dollar into the vending machine, but it didn't work.
 Ο Πωλ προσπάθησε να χώσει ένα δολάριο στον αυτόματο πωλητή αλλά δεν τα κατάφερε.
jam [sth] full of [sth] v exprinformal (overfill)παραγεμίζω κτ με κτ, παραφουσκώνω κτ με κτ ρ μ + πρόθ
 (αργκό)φισκάρω κτ με κτ, τιγκάρω κτ με κτ ρ μ + πρόθ
 Tom jammed his backpack full of useless things.
 Ο Τομ τίγκαρε το σακίδιό του με άχρηστα αντικείμενα.
jam [sth] vtrinformal (phone line, etc.)μπλοκάρω ρ μ
 (μεταφορικά: τα τηλέφωνα)σπάω ρ αμ
 The news caused panic and jammed the phone lines.
 Οι ειδήσεις προκάλεσαν πανικό και μπλόκαραν τις τηλεφωνικές γραμμές.
jam [sth] vtr(broadcast: block)μπλοκάρω ρ μ
  εμποδίζω, διακόπτω ρ μ
 The military tried to jam the protesters' communications.
 Ο στρατός προσπάθησε να μπλοκάρει την επικοινωνία των διαδηλωτών.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
jam n(crowd of people) (μεταφορικά)λαοθάλασσα ουσ θηλ
 (ανεπίσημο)μπουλούκι ουσ ουδ
 (ανεπίσημο: από κόσμο)πανικός, χαμός ουσ αρσ
 (συνήθως πληθ: κόσμου)ορδή ουσ θηλ
 Ben didn't like going out into the jam of holiday shoppers.
jam ninformal (difficult situation)δύσκολη κατάσταση επίθ + ουσ θηλ
  μπελάς ουσ αρσ
 Bobby had gotten himself into quite a jam.
jam,
paper jam
n
(paper stuck in machine)κολλάει το χαρτί περίφρ
 The printer was out of commission all day because of a major paper jam.
 Ο εκτυπωτής ήταν εκτός λειτουργίας όλη μέρα επειδή κόλλησε άσχημα το χαρτί.
jam viinformal (play improvised music) (ανεπίσημο)τζαμάρω ρ αμ
 The band jammed at the local bar all night.
jam on [sth] vtr phrasal sep(slam on)κοπανάω, χτυπάω, βαράω ρ μ
 Nancy jammed on the buttons, trying to get something to work.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
jam [sth] in,
jam in [sth]
vtr phrasal sep
(cram [sth] into [sth])χώνω, στριμώχνω ρ μ
jam [sth] up vtr phrasal sepinformal (block, overload)μπλοκάρω, φρακάρω ρ μ
  κάνω κτ να φρακάρει, κάνω κτ να μπλοκάρει περίφρ
 For some reason, this type of paper always jams the photocopier up.
jam up vi phrasalinformal (become stuck or blocked)φρακάρω, μπλοκάρω ρ αμ
  κολλάω ρ αμ
 The printer has jammed up again.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
jelly | jam
ΑγγλικάΕλληνικά
cranberry sauce,
US: cranberry jelly
n
(fruit relish)σάλτσα κράνμπερι ουσ θηλ
 Cranberry sauce is a traditional part of the Thanksgiving dinner.
 Η σάλτσα κράνμπερι αποτελεί παραδοσιακό μέρος του δείπνου των Ευχαριστιών.
Jelly Baby nUK, ® (soft gelatine sweet)ζελεδάκι ουσ ουδ
 We munched our way through an entire bag of Jelly Babies.
jelly bean,
jellybean
n
(candy: small chewy sweet)ζελεδάκι ουσ ουδ
 Sally bought a packet of jelly beans.
jelly roll nUS, literal (rolled cake filled with jam) (γλυκό)ρολό με μαρμελάδα περίφρ
 I found a recipe for jelly rolls.
jelly roll,
jellyroll
n
vulgar, informal, US (lover) (καθομιλουμένη)γκόμενος, γκόμενα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  εραστής ουσ αρσ
  ερωμένη ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη, μεταφορικά)αίσθημα, πρόσωπο ουσ ουδ
jelly roll,
jellyroll
n
vulgar, informal, US (sex)κοκό ουσ ουδ άκλ
jelly roll,
jellyroll
n
vulgar, informal, US (vagina) (αργκό, χυδαίο)μουνί, μουνάκι ουσ ουδ
 (μεταφορικά, λόγιος)μέλι ουσ ουδ
jelly roll (US),
Swiss roll (UK)
n
US (dessert: sponge and jam)ελβετικό ρολό φρ ως ουσ ουδ
  Swiss roll φρ ως ουσ ουδ
 (κατά λέξη)κέικ-ρολό γεμιστό με μαρμελάδα
peanut butter and jelly sandwich nUS (food: children's favorite)σάντουιτς με φυστικοβούτυρο και μαρμελάδα
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Peanut butter and jelly sandwiches are a staple on the children's menu.
petroleum jelly n(sticky substance used as lubricant)βαζελίνη ουσ θηλ
 A thin layer of petroleum jelly will stop rust on metal engine parts.
quince jelly n(fruit preserve made with quince)κυδωνόπαστο ουσ ουδ
royal jelly n(substance produced by bees)βασιλικός πολτός επίθ + ουσ αρσ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'jelly' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: jelly-filled [cakes, doughnuts], [strawberry, apricot, blueberry, fig] jelly, has [strawberry] jelly inside, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση jelly στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «jelly».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!