loud

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈlaʊd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/laʊd/ ,USA pronunciation: respelling(loud)

Inflections of 'loud' (adj):
louder
adj comparative
loudest
adj superlative
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
loud adj(high in volume)δυνατός επίθ
Σχόλιο: θορυβώδης, θορυβώδης, θορυβώδες
 The music in the bar was so loud that they couldn't hear each other talk.
 I heard a loud noise.
 Η μουσική στο μπαρ ήταν τόσο δυνατή που δεν μπορούσαμε να ακούσουμε τι λέγαμε. // Άκουσα έναν δυνατό θόρυβο.
loud adj(noisy)που έχει θόρυβο περίφρ
  που έχει φασαρία περίφρ
 It's very loud in here; can we go somewhere quieter?
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
loud adj(capable of being noisy)δυνατός, ισχυρός επίθ
 (για χώρο)που έχει καλή ακουστική περίφρ
 (για άτομο)βροντόφωνος επίθ
  που έχει δυνατή φωνή περίφρ
 This is a loud auditorium.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Αυτό το ηχείο είναι πολύ δυνατό (or: ισχυρό).
 Αυτό το αμφιθέατρο έχει καλή ακουστική.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μην τον εκνευρίζεις γιατί είναι βροντόφωνος και θα ξεσηκώσει τη γειτονιά.
loud adjfigurative (garish, brightly coloured) (μτφ, καθομ)που φωνάζει έκφρ
  έντονος, φανταχτερός επίθ
 Lots of people wear loud clothes when they go to the beach.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Φοράει πάντα ρούχα που φωνάζουν για να τραβήξει την προσοχή.
 Πολλοί φορούν φανταχτερά ρούχα όταν πάνε στην παραλία.
loud adj(insistent)επίμονος επίθ
 She was loud in her demands to see the shop manager.
 Ήταν επίμονη και είχε την απαίτηση να δει τον υπεύθυνο του καταστήματος.
loud adv(loudly)δυνατά, ηχηρά επίρ
 (ανεπίσημο)φωναχτά επίρ
 She spoke loud to be heard over the music.
 Μίλησε δυνατά (or: φωναχτά) για να ακουστεί πάνω από τη μουσική.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
for crying out loud interj(exasperation)για όνομα του θεού! έλεος! επιφ
 For crying out loud, how many times do I have to tell you to clean your room?
laugh out loud v expr(express amusement loudly)γελώ δυνατά, ξεκαρδίζομαι ρ αμ
Σχόλιο: επίσης γελάω
 That joke made me laugh out loud!
loud and clear adv(loudly and clearly)καθαρά και δυνατά φρ ως επίρ
 I hear you loud and clear; we'll do the project your way.
loud and clear adjfigurative (obvious)καθαρός, ξεκάθαρος, σαφής επίθ
 The voters sent a loud and clear message in favor of reforms.
loudhailer,
loud hailer
n
UK (megaphone)μεγάφωνο ουσ ουδ
  τηλεβόας ουσ αρσ
loudmouthed (US),
loud-mouthed (UK)
adj
(voice: loud)φωνακλάς επίθ
  βροντόφωνος επίθ
loudmouthed (US),
loud-mouthed (UK)
adj
(unable to keep secret)που δεν μπορεί να κρατήσει μυστικό περίφρ
out loud adv(clearly, audibly)δυνατά επίρ
 (ανεπίσημο)απ' έξω μου φρ ως επίρ
 Oh my gosh, did I say that out loud? I only meant to think it.
 Θεέ μου, το είπα δυνατά αυτό; Ήταν απλώς μια σκέψη.
say [sth] out loud v expr(utter in an audible voice)λέω κτ δυνατά περίφρ
  ξεστομίζω ρ μ
think out loud,
also UK: think aloud
v expr
(say what you are thinking)σκέφτομαι δυνατά, σκέφτομαι φωναχτά ρ αμ + επίρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'loud' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: heard a loud [noise, crash, bang, scream], has such a loud [voice, personality], a loud and [booming, assertive, thunderous] voice, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση loud στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «loud».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!