making

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈmeɪkɪŋ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈmeɪkɪŋ/ ,USA pronunciation: respelling(māking)

From the verb make: (⇒ conjugate)
making is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: making, make

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
making n(creation)κατασκευή ουσ θηλ
 (τέχνη, ιδέα)δημιουργία ουσ θηλ
 (ουσίες, φαγητό)παρασκευή ουσ θηλ
 (μτφ, καθομ: διαδικασία)σκαριά ουσ ουδ πλ
Σχόλιο: Κατά περίπτωση μπορεί να αποδοθεί και ως «το να φτιάχνεις/κατασκευάζεις...».
 Making is a lot more difficult than destruction.
 Η κατασκευή είναι πολύ πιο δύσκολη από την καταστροφή.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
the makings of [sth/sb] npl(essential qualities) (καθομιλουμένη)η στόφα του κτ/κπ έκφρ
  τα χαρακτηριστικά του κτ/κπ έκφρ
 This trainee has the makings of an excellent teacher.
the makings of [sth/sb] npl(ingredients)τα υλικά του κτ έκφρ
  τα συστατικά του κτ έκφρ
 Two slices of rye bread and some pastrami are the makings of a good sandwich.
making n(batch)παρτίδα ουσ θηλ
 (καθομ, μεταφορικά)φουρνιά ουσ θηλ
 The fourth making of this product was already sold out before production was finished.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
make [sth] vtr(construct)φτιάχνω, κατασκευάζω ρ μ
 The children made houses with blocks.
 Τα παιδιά έφτιαξαν σπιτάκια με κύβους.
make [sth] vtr(manufacture)φτιάχνω, κατασκευάζω, παράγω ρ μ
 That factory makes bolts.
 Εκείνο το εργοστάσιο φτιάχνει βίδες.
make [sth] vtr(fashion)φτιάχνω ρ μ
 The weavers made a hat from palm fronds.
 Οι υφάντρες έφτιαξαν ένα καπέλο από φύλλα φοίνικα.
make [sth] vtr(prepare)φτιάχνω, κάνω ρ μ
 My mother wants to make a cake for my party.
 Η μητέρα μου θέλει να φτιάξει (or: κάνει) μια τούρτα για το πάρτι μου.
make [sth] vtr(create, cause)κάνω, προκαλώ, δημιουργώ ρ μ
 The dogs made a commotion in the street.
 Οι σκύλοι προκάλεσαν (or: δημιούργησαν) αναταραχή στον δρόμο.
make [sb] do [sth] v expr(compel) (καθομ: κπ να κάνει κτ)βάζω, κάνω ρ μ
 (επίσημο)υποχρεώνω, αναγκάζω ρ μ
 My parents make me eat vegetables.
 Οι γονείς μου με βάζουν (or: υποχρεώνουν) να τρώω λαχανικά.
make [sb] vtrinformal (force)αναγκάζω ρ μ
 I won't go! You can't make me!
 Δεν φεύγω! Δεν μπορείς να με αναγκάσεις!
make [sb] do [sth],
make [sth] do [sth]
vtr
(cause to) (κπ/κτ να κάνει κτ)κάνω ρ μ
 He never fails to make me laugh.
 Καταφέρνει πάντα να με κάνει να γελάσω.
make [sb] [sth] vtr(+ adj: cause to be)κάνω ρ μ
 You make me happy.
 Με κάνεις χαρούμενο.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
make n(brand)μάρκα ουσ θηλ
 What make of car do you drive? Toyota? What make is your computer?
 Τι μάρκα είναι το αυτοκίνητό σου; Είναι Τογιότα;
make n(build, stature)κατασκευή ουσ θηλ
 (καθομ, ανεπ: για σώμα)κοψιά ουσ θηλ
 He is of a lean make, and could be an excellent athlete.
 Έχει λεπτή κοψιά και μπορεί να γίνει εξαιρετικός αθλητής.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Είναι ανθεκτική κατασκευή και αξίζει τα λεφτά της.
make [sth] of [sth] v expr(interpret) (από κάτι)καταλαβαίνω ρ μ
  βγάζω συμπέρασμα περίφρ
  συμπεραίνω ρ μ
  έχω γνώμη περίφρ
 I don't know what to make of his actions. What do you make of this car?
 Δεν ξέρω τι πρέπει να καταλάβω από τις πράξεις του.
 Τι γνώμη έχεις για αυτό το αμάξι;
make for [sth] vi + prep(move towards)πηγαίνω προς, κατευθύνομαι προς ρ αμ + πρόθ
 The fleet made for port.
 Ο στόλος πήγε (or: κατευθύνθηκε) προς το λιμάνι.
make [sth] vtr(bring into existence)κάνω ρ μ
 Let's make a baby!
 Ας κάνουμε ένα μωρό!
make [sth] vtr(take: a decision, choice)παίρνω ρ μ
 (επίσημο)λαμβάνω ρ μ
 It's a difficult choice, but someone has to make it.
 Είναι δύσκολη απόφαση αλλά κάποιος πρέπει να την πάρει.
make [sth] vtr(utter)κάνω ρ μ
 The politician made an impassioned plea for change.
 My colleague is always making unpleasant remarks.
 Ο πολιτικός έκανε παθιασμένη έκκληση για αλλαγή. // Ο συνάδελφός μου κάνει συνεχώς άσχημα σχόλια.
make [sth] vtr(enter into: agreement, deal)κάνω ρ μ
 (επίσημο)πραγματοποιώ, συνάπτω ρ μ
 The parties involved made an agreement.
 Τα συμβαλλόμενα μέρη σύναψαν μία συμφωνία.
make [sth] vtr(fix: date, appointment) (μεταφορικά)κλείνω ρ μ
 Please call first to make an appointment.
 Παρακαλώ τηλεφωνήστε πρώτα για να κλείσετε ραντεβού.
make [sth] vtr(train, plane: reach in time)προλαβαίνω ρ μ
 I have to run if I want to make my train.
 Πρέπει να βιαστώ αν θέλω να προλάβω το τρένο μου.
make [sth] vtr(put down: a payment) (πληρωμή)πραγματοποιώ ρ μ
 (ποσό)καταβάλλω ρ μ
 (ποσό, δόση)πληρώνω ρ μ
 Adam makes a payment on his car each month.
 Ο Άνταμ πραγματοποιεί μια πληρωμή για το αυτοκίνητό του κάθε μήνα.
make [sth] vtr(bed: make tidy) (καθομιλουμένη)φτιάχνω ρ μ
  στρώνω ρ μ
 The girls must make their beds every morning.
 Τα κορίτσια πρέπει να φτιάχνουν (or: στρώνουν) το κρεβάτι τους κάθε πρωί.
make [sth] vtr(establish: name)κάνω, φτιάχνω ρ μ
 Bill is trying to make a name for himself in the business.
 Ο Μπιλ προσπαθεί να κάνει (or: φτιάξει) ένα όνομα στην επιχείρηση.
make [sth] vtr(appoint) (καθομιλουμένη)κάνω ρ μ
  ορίζω ρ μ
 (με μισθό)διορίζω ρ μ
 The president is going to make Chris a vice-president.
 Ο πρόεδρος σκοπεύει να κάνει τον Κρις αντιπρόεδρο.
 Ο πρόεδρος σκοπεύει να ορίσει τον Κρις ως αντιπρόεδρο.
make [sth] vtr(achieve, reach) (μεταφορικά)πιάνω ρ μ
 The sales team hopes to make its numbers this month.
 Η ομάδα πωλήσεων ευελπιστεί να πιάσει τα ποσοστά της αυτό τον μήνα.
make [sth] vtr(establish, set)φτιάχνω ρ μ
  ορίζω ρ μ
 (νόμος)θεσπίζω ρ μ
 Legislatures make laws.
 Τα νομοθετικά σώματα κάνουν θεσπίζω τους νόμους.
make [sth] vtr(commit: a mistake, etc.)κάνω ρ μ
 I made a mistake when I spent that money.
 Έκανα λάθος που ξόδεψα αυτά τα χρήματα.
make [sth] vtr(attain: position, rank)γίνομαι ρ συνδ
 Francis is trying to make Captain.
 Ο Φράνσις προσπαθεί να γίνει Λοχαγός.
make [sth] vtrinformal (earn acceptance into)καταφέρνω να μπω σε κτ έκφρ
  μπαίνω σε κτ ρ αμ + πρόθ
 Only half of people at tryouts made the team.
 Μόνο οι μισοί από όσους πήραν μέρος στα δοκιμαστικά κατάφεραν να μπουν στην ομάδα.
make [sth] vtr(equal) (καθομιλουμένη)κάνω ρ μ
 Two and two makes four.
 Δύο και δύο κάνουν τέσσερα.
make [sth] vtr(be the essence of) (καθομιλουμένη)κάνω ρ μ
  τα στοιχεία περίφρ
 What makes a good writer?
 Ποια είναι τα στοιχεία ενός καλού συγγραφέα;
make [sb] vtrUS, slang (seduce) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)ρίχνω ρ μ
  καταφέρνω ρ μ
 He may try to make her, but he won't succeed.
make [sth] vtr(reach, form)σχηματίζω, διαμορφώνω ρ μ
 (επίσημο)προβαίνω σε ρ αμ + πρόθ
 Leanne is always quick to make judgments.
 Η Λιάν σχηματίζει (or: διαμορφώνει) γρήγορα άποψη για τα πάντα.
make [sth] vtr(arrive at)φτάνω σε, καταφθάνω σε ρ αμ + πρόθ
 The ship made port early in the morning.
 Το πλοίο έφτασε στο λιμάνι νωρίς το πρωί.
make [sth] vtrinformal (appear on) (καθομιλουμένη)βγαίνω σε κτ ρ αμ + πρόθ
 (έντυπα μέσα)μπαίνω σε κτ ρ αμ + πρόθ
 The disaster made the evening news.
 Η καταστροφή βγήκε στο νυχτερινό δελτίο ειδήσεων.
make [sth] vtr(score: a goal, etc.)βάζω, πετυχαίνω ρ μ
 The player made a goal in the second period.
 Ο παίκτης έβαλε (or: πέτυχε) γκολ στο δεύτερο ημίχρονο.
make [sth] vtrinformal (manage to attend)καταφέρνω να πάω σε κτ έκφρ
  καταφέρνω να έρθω σε κτ έκφρ
 (πιο επίσημο)καταφέρνω να παρευρεθώ σε έκφρ
 Sorry I couldn't make yesterday's meeting.
 Συγγνώμη που δεν κατάφερα να έρθω στη χθεσινή συνάντηση.
make [sth] vtr(earn)βγάζω ρ μ
  κερδίζω ρ μ
 Jeff makes $80,000 a year.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
making | make
ΑγγλικάΕλληνικά
be the making of [sb] v expr(bring success for [sb])θα φέρω δόξα σε κπ έκφρ
  θα κάνω κπ διάσημο έκφρ
  θα χαρίσω την πρώτη επιτυχία σε κπ έκφρ
 The singer's brilliant new album could be the making of him.
clockmaking,
clock making,
clock-making
n
(horology, act of creating clocks)ωρολογοποιία ουσ θηλ
cringe-making adjinformal (causing embarrassment)ντροπιαστικός επίθ
  εξευτελιστικός επίθ
decision-making,
decision making
n
(process or act of making decisions)λήψη αποφάσεων φρ ως ουσ θηλ
 A manager must be good at decision making.
decision-making adj(making decisions)για τη λήψη αποφάσεων περίφρ
  της λήψης αποφάσεων περίφρ
 There are several steps in the decision-making process.
filmmaking,
also UK: film-making
n
(making movies)παραγωγή ταινιών φρ ως ουσ θηλ
glassmaking,
glass-making
n
(making of glassware)υαλουργία ουσ θηλ
  παραγωγή γυαλιού, κατασκευή γυαλιού φρ ως ουσ θηλ
be [sth] in the making v expr(in the process of being created) (κτίσμα)είμαι υπό κατασκευή έκφρ
 (άυλο έργο)είμαι σε διαδικασία δημιουργίας έκφρ
 (ταινία)γυρίζομαι ρ αμ
Σχόλιο: used with an amount of time
 The film was ten years in the making, and is considered a masterpiece.
in the making expr(person: developing)υπό κατασκευή έκφρ
 With her amazing collection of rocks, young Mia is a geologist in the making.
making love n(sexual intercourse)ερωτική πράξη φρ ως ουσ θηλ
making out ninformal, US (heavy petting or kissing) (αργκό)φάσωμα, χαμούρεμα ουσ ουδ
 (καθομιλουμένη)χαϊδολόγημα ουσ ουδ
 Making out in public is frowned upon.
making up ninformal (reconciliation)συμφιλίωση ουσ θηλ
 The best thing about our fights is the making up afterwards.
moneymaking,
also UK: money-making
n
(business, earning)αποκόμιση κερδών περίφρ
 (καθομιλουμένη)κάνω λεφτά, βγάζω λεφτά περίφρ
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Υπάρχουν τρόποι για να βγάλει κανείς λεφτά, αλλά χρειάζεται υπομονή και επιμονή.
moneymaking,
also UK: money-making
adj
(lucrative, profitable)επικερδής, κερδοφόρος επίθ
  προσοδοφόρος επίθ
non-profit making,
non-profit-making
adj
(organization: not run for income)μη κερδοσκοπικός φρ ως επίθ
  που λειτουργεί σε μη κερδοσκοπική βάση περίφρ
  μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα φρ ως επίθ
 He donates money to several non-profit-making charities.
policymaking,
also UK: policy-making
n
(legislation)χάραξη πολιτικής φρ ως ουσ θηλ
  διαμόρφωση πολιτικής φρ ως ουσ θηλ
policymaking,
also UK: policy-making
n as adj
(legislative)που αφορά στην χάραξη πολιτικής περίφρ
sausage making n(processing meat into cylinders)κατασκευή λουκάνικων ουσ θηλ
 Otto von Bismark said that making laws is like sausage making - you don't want to see it.
speech making n(act of addressing the public formally)ομιλία ουσ θηλ
 (η πράξη)εκφώνηση ομιλίας περίφρ
wine making,
wine-making
n
(production of wine)παραγωγή κρασιού ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'making' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the making of the [movie, show, program], [good, poor] decision-making, decision-making is [left to, done by] , περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση making στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «making».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!