measuring

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈmeʒərɪŋ/US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/ˈmɛʒərɪŋ/

From the verb measure: (⇒ conjugate)
measuring is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: measuring, measure

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
measuring n(measurement)μέτρηση ουσ θηλ
 Your measuring is wrong; did you double check it?
measuring adj(used for measuring) (σε γενική)μέτρησης ουσ θηλ
 You can't just use any spoon; you need a measuring spoon.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
measure [sth/sb] vtr(calculate dimensions) (με όργανο μέτρησης)μετρώ ρ μ
 (με υπολογισμούς)υπολογίζω ρ μ
 (καθομιλουμένη, με μέτρο)παίρνω τα μέτρα, παίρνω μέτρα έκφρ
 I need to measure the wood before I cut it.
 The player measured the distance to the goal.
 Πρέπει να μετρήσω το ξύλο πριν το κόψω.
 Ο παίκτης υπολόγισε την απόσταση για τον στόχο.
 Πρέπει να πάρω μέτρα πριν κόψω το ξύλο.
measure [sth] vtrfigurative (weigh, consider) (μεταφορικά)ζυγίζω ρ μ
 (μεταφορικά)υπολογίζω, μετρώ ρ μ
 He measured all of his options before acting.
 Ζύγισε όλες του τις επιλογές πριν προχωρήσει σε κάποια ενέργεια.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Τα έβαλα κάτω και τα μέτρησα (or: υπολόγισα) και είδα ότι δεν θα μπορέσω να πάω διακοπές φέτος.
measure [sth] against [sth] vtr + prepfigurative (compare) (με κάτι άλλο)συγκρίνομαι ρ αμ
 (κάτι με κάτι άλλο)συγκρίνω ρ μ
 The new president's success would always be measured against his predecessor's.
 Η επιτυχία του νέου προέδρου θα συγκρίνεται πάντα με αυτήν του προκατόχου του.
 Πάντα θα συγκρίνουν την επιτυχία του νέου προέδρου με του προκατόχου του.
measure against [sth] vi + prep(compare) (μτφ, καθομιλουμένη)μετράω απέναντι σε έκφρ
 (καθομιλουμένη)μετράω τις δυνάμεις μου απέναντι σε έκφρ
 He tested his skill to see how he measures against the competition.
 Δοκίμασε τις ικανότητές του για να δει πόσο μετράει απέναντι στον ανταγωνισμό.
 Δοκίμασε τις ικανότητές του για να μετρήσει τις δυνάμεις του απέναντι στον ανταγωνισμό.
measure n(unit of measurement)μονάδα μέτρησης φρ ως ουσ θηλ
 They use pounds as a measure in the USA.
 Στις ΗΠΑ χρησιμοποιούν τις λίβρες ως μονάδα μέτρησης.
measure n(system of measurement)μετρικό σύστημα φρ ως ουσ ουδ
  σύστημα μέτρησης φρ ως ουσ θηλ
 The litre is a liquid measure.
 Το λίτρο είναι ένα μετρικό σύστημα για τα υγρά.
measure noften plural (action taken)μέτρο ουσ ουδ
Σχόλιο: Συχνά χρησιμοποιείται και στον πληθυντικό, π.χ. Λάβαμε τα μέτρα μας.
 This measure is necessary to ensure the safety of all employees.
 Αυτό το μέτρο είναι απαραίτητο για την ασφάλεια όλων των εργαζομένων.
measure noften plural (dimensions calculated)μέτρα ουσ ουδ πλ
  διαστάσεις ουσ θηλ πλ
 I have the measures of the room in my notebook.
 Έχω τα μέτρα του δωματίου στο σημειωματάριό μου.
measure nfigurative (limited amount) (μεταφορικά)δόση ουσ θηλ
 He had just a measure of curiosity about the subject.
 Είχε μια μικρή μόνο δόση περιέργειας σχετικά με το ζήτημα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
measure n(measuring instrument) (μόνο για μήκος)μέτρο ουσ ουδ
 (γενικά)μετρητής ουσ αρσ
  όργανο μέτρησης περίφρ
 The worker took out his measure before he started working.
 Ο εργάτης έβγαλε το μέτρο του πριν ξεκινήσει τη δουλειά.
measure n(standard)πλευρά, άποψη ουσ θηλ
 Our process is the best one, by any measure.
 Η διαδικασία μας είναι η καλύτερη, από όλες τις πλευρές (or: απόψεις).
measure n(bounds, limits)διαστάσεις ουσ θηλ πλ
 The measure of the court was 30 x 90 meters.
 Οι διαστάσεις του γηπέδου ήταν 30 x 90 μέτρα.
measure n(law, bill)μέτρο ουσ ουδ
 The measure was approved by the legislature.
 Το μέτρο εγκρίθηκε από το νομοθετικό σώμα.
measure n(specific amount)δόση ουσ θηλ
  ποσότητα ουσ θηλ
 In English pubs, a standard measure of spirits is 25 ml.
 Στις παμπ της Αγγλίας, η τυπική δόση για τα οινοπνευματώδη ποτά είναι τα 25 ml.
 Στις παμπ της Αγγλίας, η τυπική ποσότητα για τα οινοπνευματώδη ποτά είναι τα 25 ml.
measure n(music: bar)μέτρο ουσ ουδ
 There are four crotchets per measure in 4/4 time.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
measure [sth] out,
measure out [sth]
vtr phrasal sep
(measure and divide [sth])μοιράζω ρ μ
  χωρίζω ρ μ
 The man measured the grain out into four equal portions.
measure up vi phrasalfigurative (be adequate)είμαι αρκετά καλός ρ έκφρ
  είμαι αντάξιος των προσδοκιών ρ έκφρ
 He will never measure up; we might as well go ahead and fire him now.
measure up to [sb/sth] vi phrasal + prepfigurative (match, be equal to)ανταποκρίνομαι σε κτ ρ αμ
  είμαι στο ίδιο επίπεδο με κπ/κτ περίφρ
 Rodgers has proved that he is capable of measuring up to the demands of the job.
 Ο Ρότζερς έχει αποδείξει ότι μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της δουλειάς.
measure [sth] up vtr phrasal sep(calculate dimensions of)μετράω, μετρώ ρ μ
 Go ahead and measure up the next ten boards to be cut.
measure [sb] up vtr phrasal sep(calculate size: for clothing) (ρούχα)παίρνω τα μέτρα κπ περίφρ
 The dress designer was measuring Brenda up.
 Η σχεδιάστρια ρούχων έπαιρνε τα μέτρα της Μπρέντα.
measure [sb] up vtr phrasal sepfigurative (assess, scrutinize)ελέγχω κπ εξονυχιστικά ρ μ + επίρ
 (καθομιλουμένη, μεταφορικά)περνώ κπ από ψιλό κόσκινο έκφρ
  μετράω ρ μ
 Colin knew about the vacant position and was aware that his boss was measuring him up.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
measuring | measure
ΑγγλικάΕλληνικά
measuring cup n(container for measuring out food)μεζούρα μαγειρικής έκφρ
 I use a measuring cup to be sure of food proportions for my overweight cat.
measuring device n(gauge)μετρητής, όργανο μέτρησης έκφρ
 I need some type of measuring device to accurately gauge the depth of the ocean.
measuring jug n(cooking: for ingredients)δοσομετρητής ουσ αρσ
measuring range n(scale, limits)περιοχή μετρήσεων περίφρ
  εύρος μετρήσεων περίφρ
measuring rod n(ruler, gauge, stick for measuring)χάρακας, ράβδος μέτρησης έκφρ
measuring spoon n(kitchen measure for small volumes) (μέτρησης ποσότητας)δοσομετρικό κουτάλι, δοσιμετρικό κουτάλι επίθ + ουσ ουδ
 (λόγιος)δοσιμετρικό κοχλιάριο επίθ + ουσ ουδ
 When following a recipe, it is important to use a measuring spoon when adding ingredients.
measuring stick n(ruler, gauge, rod for measuring)χάρακας, ράβδος μέτρησης έκφρ
 My meanest middle school teacher used to hit children with the measuring sticks!
measuring wheel n(device for calculating length)τροχός για μέτρηση περίφρ
  τροχός-μετρητής περίφρ
tape measure,
measuring tape
n
(strip for measuring) (μέχρι 1-1,5 μέτρο)μεζούρα ουσ θηλ
 (πιο μακρύ)μέτρο ουσ ουδ
  μετροταινία ουσ θηλ
 Tailors and dressmakers use tape measures to take measurements for clothing.
volumetric flask,
graduated flask,
measuring flask
n
(laboratory equipment)ογκομετρική φιάλη επίθ + ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'measuring' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση measuring στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «measuring».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!