| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| measure [sth/sb]⇒ vtr | (calculate dimensions) (με όργανο μέτρησης) | μετρώ ρ μ |
| | (με υπολογισμούς) | υπολογίζω ρ μ |
| | (καθομιλουμένη, με μέτρο) | παίρνω τα μέτρα, παίρνω μέτρα έκφρ |
| | I need to measure the wood before I cut it. |
| | The player measured the distance to the goal. |
| | Πρέπει να μετρήσω το ξύλο πριν το κόψω. |
| | Ο παίκτης υπολόγισε την απόσταση για τον στόχο. |
| | Πρέπει να πάρω μέτρα πριν κόψω το ξύλο. |
| measure [sth]⇒ vtr | figurative (weigh, consider) (μεταφορικά) | ζυγίζω ρ μ |
| | (μεταφορικά) | υπολογίζω, μετρώ ρ μ |
| | He measured all of his options before acting. |
| | Ζύγισε όλες του τις επιλογές πριν προχωρήσει σε κάποια ενέργεια. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Τα έβαλα κάτω και τα μέτρησα (or: υπολόγισα) και είδα ότι δεν θα μπορέσω να πάω διακοπές φέτος. |
| measure [sth] against [sth] vtr + prep | figurative (compare) (με κάτι άλλο) | συγκρίνομαι ρ αμ |
| | (κάτι με κάτι άλλο) | συγκρίνω ρ μ |
| | The new president's success would always be measured against his predecessor's. |
| | Η επιτυχία του νέου προέδρου θα συγκρίνεται πάντα με αυτήν του προκατόχου του. |
| | Πάντα θα συγκρίνουν την επιτυχία του νέου προέδρου με του προκατόχου του. |
| measure against [sth] vi + prep | (compare) (μτφ, καθομιλουμένη) | μετράω απέναντι σε έκφρ |
| | (καθομιλουμένη) | μετράω τις δυνάμεις μου απέναντι σε έκφρ |
| | He tested his skill to see how he measures against the competition. |
| | Δοκίμασε τις ικανότητές του για να δει πόσο μετράει απέναντι στον ανταγωνισμό. |
| | Δοκίμασε τις ικανότητές του για να μετρήσει τις δυνάμεις του απέναντι στον ανταγωνισμό. |
| measure n | (unit of measurement) | μονάδα μέτρησης φρ ως ουσ θηλ |
| | They use pounds as a measure in the USA. |
| | Στις ΗΠΑ χρησιμοποιούν τις λίβρες ως μονάδα μέτρησης. |
| measure n | (system of measurement) | μετρικό σύστημα φρ ως ουσ ουδ |
| | | σύστημα μέτρησης φρ ως ουσ θηλ |
| | The litre is a liquid measure. |
| | Το λίτρο είναι ένα μετρικό σύστημα για τα υγρά. |
| measure n | often plural (action taken) | μέτρο ουσ ουδ |
| Σχόλιο: Συχνά χρησιμοποιείται και στον πληθυντικό, π.χ. Λάβαμε τα μέτρα μας. |
| | This measure is necessary to ensure the safety of all employees. |
| | Αυτό το μέτρο είναι απαραίτητο για την ασφάλεια όλων των εργαζομένων. |
| measure n | often plural (dimensions calculated) | μέτρα ουσ ουδ πλ |
| | | διαστάσεις ουσ θηλ πλ |
| | I have the measures of the room in my notebook. |
| | Έχω τα μέτρα του δωματίου στο σημειωματάριό μου. |
| measure n | figurative (limited amount) (μεταφορικά) | δόση ουσ θηλ |
| | He had just a measure of curiosity about the subject. |
| | Είχε μια μικρή μόνο δόση περιέργειας σχετικά με το ζήτημα. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| measure n | (measuring instrument) (μόνο για μήκος) | μέτρο ουσ ουδ |
| | (γενικά) | μετρητής ουσ αρσ |
| | | όργανο μέτρησης περίφρ |
| | The worker took out his measure before he started working. |
| | Ο εργάτης έβγαλε το μέτρο του πριν ξεκινήσει τη δουλειά. |
| measure n | (standard) | πλευρά, άποψη ουσ θηλ |
| | Our process is the best one, by any measure. |
| | Η διαδικασία μας είναι η καλύτερη, από όλες τις πλευρές (or: απόψεις). |
| measure n | (bounds, limits) | διαστάσεις ουσ θηλ πλ |
| | The measure of the court was 30 x 90 meters. |
| | Οι διαστάσεις του γηπέδου ήταν 30 x 90 μέτρα. |
| measure n | (law, bill) | μέτρο ουσ ουδ |
| | The measure was approved by the legislature. |
| | Το μέτρο εγκρίθηκε από το νομοθετικό σώμα. |
| measure n | (specific amount) | δόση ουσ θηλ |
| | | ποσότητα ουσ θηλ |
| | In English pubs, a standard measure of spirits is 25 ml. |
| | Στις παμπ της Αγγλίας, η τυπική δόση για τα οινοπνευματώδη ποτά είναι τα 25 ml. |
| | Στις παμπ της Αγγλίας, η τυπική ποσότητα για τα οινοπνευματώδη ποτά είναι τα 25 ml. |
| measure n | (music: bar) | μέτρο ουσ ουδ |
| | There are four crotchets per measure in 4/4 time. |
| Phrasal verbs |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
measure [sth] out, measure out [sth] vtr phrasal sep | (measure and divide [sth]) | μοιράζω ρ μ |
| | | χωρίζω ρ μ |
| | The man measured the grain out into four equal portions. |
| measure up vi phrasal | figurative (be adequate) | είμαι αρκετά καλός ρ έκφρ |
| | | είμαι αντάξιος των προσδοκιών ρ έκφρ |
| | He will never measure up; we might as well go ahead and fire him now. |
| measure up to [sb/sth] vi phrasal + prep | figurative (match, be equal to) | ανταποκρίνομαι σε κτ ρ αμ |
| | | είμαι στο ίδιο επίπεδο με κπ/κτ περίφρ |
| | Rodgers has proved that he is capable of measuring up to the demands of the job. |
| | Ο Ρότζερς έχει αποδείξει ότι μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της δουλειάς. |
| measure [sth] up vtr phrasal sep | (calculate dimensions of) | μετράω, μετρώ ρ μ |
| | Go ahead and measure up the next ten boards to be cut. |
| measure [sb] up vtr phrasal sep | (calculate size: for clothing) (ρούχα) | παίρνω τα μέτρα κπ περίφρ |
| | The dress designer was measuring Brenda up. |
| | Η σχεδιάστρια ρούχων έπαιρνε τα μέτρα της Μπρέντα. |
| measure [sb] up vtr phrasal sep | figurative (assess, scrutinize) | ελέγχω κπ εξονυχιστικά ρ μ + επίρ |
| | (καθομιλουμένη, μεταφορικά) | περνώ κπ από ψιλό κόσκινο έκφρ |
| | | μετράω ρ μ |
| | Colin knew about the vacant position and was aware that his boss was measuring him up. |