• WordReference

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
meat eater n([sb] who eats animal flesh)κρεατοφάγος επίθ
 My sister is a vegetarian but the rest of us are meat eaters.
meat eater n(animal that eats animal flesh, carnivore) (για ζώα)σαρκοφάγος επίθ
 Hawks, large cats, wolves are examples of meat eaters or carnivores.
meat-eater adj(relating to a meat eater) (για ανθρώπους)κρεατοφάγου ουσ αρσ
 (για ζώα)σαρκοφάγου ουσ αρσ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'meat-eater' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση meat-eater στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «meat-eater».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!