| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| message n | (communication) | μήνυμα ουσ ουδ |
| | Could you either write to or phone dad with this message? |
| | Μπορείς να γράψεις ή να τηλεφωνήσεις στον μπαμπά και να του μεταφέρεις αυτό το μήνυμα; |
| message n | (verbal communication) | μήνυμα ουσ ουδ |
| | Hi, John. I have a message for you from your wife. |
| | Γεια σου, Τζον. Έχω ένα μήνυμα για σένα από τη γυναίκα σου. |
| message n | (email) | μήνυμα ουσ ουδ |
| | | μέιλ, mail, e-mail, email ουσ ουδ άκλ |
| | I can't believe how many messages I get in my email inbox. |
| | Δεν μπορώ να πιστέψω πόσα μηνύματα (or: μέιλ) παίρνω στο ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο. |
| message n | (text, SMS) | μήνυμα ουσ ουδ |
| | | SMS ουσ ουδ άκλ |
| | (επίσημο) | γραπτό μήνυμα επίθ + ουσ ουδ |
| | | μήνυμα κειμένου φρ ως ουσ ουδ |
| | Text me a message when you get to the restaurant. |
| | Στείλε μου μήνυμα μόλις φτάσεις στο εστιατόριο. |
| message n | (voicemail) | μήνυμα ουσ ουδ |
| | Please excuse me while I listen to my messages on the phone. |
| | Συγχώρεσέ με σε παρακαλώ ένα λεπτό να ακούσω τα μηνύματα στον τηλεφωνητή μου. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| message n | (meaning) | μήνυμα ουσ ουδ |
| | | νόημα ουσ ουδ |
| | The main message in the article was about self-responsibility. |
| | Το κύριο μήνυμα (or: νόημα) του άρθρου είχε να κάνει με την υπευθυνότητα. |
| message n | (letter, notice) | μήνυμα ουσ ουδ |
| | | ειδοποίηση, ενημέρωση ουσ θηλ |
| | I received a message today, informing me about my account status. |
| | Έλαβα ένα μήνυμα (or: μια ειδοποίηση) σήμερα σχετικά με την κατάσταση του λογαριασμού μου. |
| message n | (speech) | μήνυμα ουσ ουδ |
| | The president of the company delivered a message to all the employees over video. |
| | Ο πρόεδρος της εταιρείας έστειλε ένα μήνυμα σε όλους τους εργαζομένους μέσω βίντεο. |
| message n | (instant message) | μήνυμα ουσ ουδ |
| | (κατά λέξη, επίσημο) | άμεσο μήνυμα φρ ως ουσ ουδ |
| | I sent a message to her via IM. |
| | Της έστειλα ένα μήνυμα μέσω IM. |
| message⇒ vi | (communicate by message) | επικοινωνώ με μηνύματα, επικοινωνώ μέσω μηνυμάτων περίφρ |
| | Don't worry about letting him know, just message today. |
| | Μην ανησυχείς για το αν είναι ενημερωμένος, απλά επικοινωνήστε σήμερα μέσω μηνυμάτων. |
message [sth], message [sth] to [sb]⇒ vtr | (send as a message) ((σε κάποιον)) | στέλνω με μήνυμα, στέλνω μέσω μηνύματος περίφρ |
| | I messaged the information to him. |
| | Του έστειλα τις πληροφορίες με μήνυμα. |
| message [sb]⇒ vtr | (send a message) (σε κάποιον) | στέλνω μήνυμα περίφρ |
| | I messaged him and should hear back from him by tomorrow. |
| | Του έστειλα μήνυμα και περιμένω να ακούσω νέα του μέχρι αύριο. |
| message [sb] vtr | (send instant message) | στέλνω μήνυμα περίφρ |
| | (κατά λέξη) | στέλνω μήνυμα στο chat περίφρ |
| | (κατά λέξη, επίσημο) | στέλνω άμεσο μήνυμα περίφρ |
| | I have my computer here. Let me message her and see what she says. |
| | Έχω εδώ τον υπολογιστή μου. Κάτσε να της στείλω ένα μήνυμα να δω τι θα πει. |
| | Έχω εδώ τον υπολογιστή μου. Κάτσε να της στείλω ένα μήνυμα στο chat να δω τι θα πει. |