mist

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈmɪst/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/mɪst/ ,USA pronunciation: respelling(mist)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mist n(like fog or cloud)ομίχλη ουσ θηλ
 (λόγιος)αχλή ουσ θηλ
 Ryan could barely see the sun through the morning mist.
 Ο Ράιαν με το ζόρι έβλεπε τον ήλιο μέσα από την πρωινή ομίχλη.
mist n(spray of water) (μεταφορικά)σύννεφο, νέφος ουσ ουδ
 (μεταφορικά)δροσιά ουσ θηλ
  ψέκασμα ουσ ουδ
 (επίσημο)νεφέλωμα ουσ ουδ
 The hose sprayed a fine mist over the plants.
 Το μπεκ ψέκασε ένα μικρό σύννεφο πάνω από τα φυτά.
mist n(condensation) (συνήθως στη φύση)δροσιά ουσ θηλ
  σταγόνες ουσ θηλ πλ
 (σπάνιο)θολότητα ουσ θηλ
Σχόλιο: Αντί της λέξης θολότητα, συνήθως χρησιμοποιούμε την φράση «θόλωσε το τζάμι» για να περιγράψουμε το φαινόμενο πάνω σε γυαλί ή παράθυρο.
 There was a fine mist of condensation on the cold window.
mist n(tears)δάκρυα ουσ ουδ πλ
  υγρά μάτια επίθ + ουσ ουδ πλ
 Paul tried to wipe the mist from his eyes when he saw his son graduate.
mist [sth] vtr(spray as mist)ψεκάζω ρ μ
 Jenna misted water onto the mirror with a small spray bottle.
 Η Τζένα ψέκασε νερό πάνω στον καθρέφτη με ένα μικρό ψεκαστήρι.
mist vi(rain very lightly)ψιχαλίζει, ψιλοβρέχει ρ απρ
 (ανεπίσημο)ψεκάζει ρ απρ
 It was misting lightly when Kate went out, so she brought an umbrella.
 Ψιλόβρεχε όταν η Κέιτ βγήκε έξω και έτσι πήρε μια ομπρέλα.
mist vi(tears)υγραίνομαι ρ αμ
  θολώνω ρ αμ
  δακρύζω ρ αμ
 Rachel's eyes began to mist when she saw her mom.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
mist over vi phrasal(eyes: become teary)βουρκώνω ρ αμ
mist up vi phrasal(be covered with condensation)θολώνω ρ αμ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
sea mist n(thin fog coming in off the sea)ομίχλη/πάχνη από τη θάλασσα έκφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'mist' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: mist-covered [glasses, windows], [winter, dawn, morning, sea] mist, [warm, cool, thick] mist, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση mist στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «mist».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!