mistake

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/mɪˈsteɪk/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/mɪˈsteɪk/ ,USA pronunciation: respelling(mi stāk)

Inflections of 'mistake' (v): (⇒ conjugate)
mistakes
v 3rd person singular
mistaking
v pres p
mistook
v past
mistaken
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mistake n(error)λάθος ουσ ουδ
 (επίσημο)σφάλμα ουσ ουδ
 I'm sorry but I made a mistake. The correct number is four.
 Συγγνώμη, έκανα λάθος. Το σωστό νούμερο είναι τέσσερα.
mistake n(wrong act or decision)λάθος ουσ ουδ
 (επίσημο)σφάλμα ουσ ουδ
 I should have given him the job: I made a mistake there.
 Έπρεπε να του είχα δώσει τη δουλειά. Έκανα λάθος.
mistake [sb] for [sb] else vtr(identify wrongly) (καθομιλουμένη)μπερδεύω κάποιον με κάποιον άλλο, περνάω κάποιον για κάποιον άλλο περίφρ
 I didn't recognize her voice and mistook her for Jenny.
 Δεν αναγνώρισα τη φωνή της και την μπέρδεψα με την Τζένη.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mistake [sth] for [sth] else vtr(choose wrongly) (καθομιλουμένη)περνάω κάτι για περίφρ
 I mistook the car for a newer model and paid too much for it.
 Πέρασα το αυτοκίνητο για νεότερο μοντέλο και το πλήρωσα πολύ ακριβά.
mistake [sth] vtr(misunderstand)παρεξηγώ, παρανοώ, παρερμηνεύω ρ μ
 He mistook her remarks as being in favour of the change.
 Παρεξήγησε (or: Παρανόησε) τις παρατηρήσεις της και θεώρησε ότι ήταν υπέρ της αλλαγής.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
by mistake adv(accidentally, not on purpose)κατά λάθος επίρ
Σχόλιο: επιρρηματικός προσδιορισμός
 By mistake, I gave him your phone number instead of mine!
clerical mistake n(administrative error)διαχειριστικό λάθος επίθ + ουσ ουδ
 (λάθος χαρακτήρας/γράμμα)τυπογραφικό λάθος, τυπογραφικό σφάλμα φρ ως ουσ ουδ
 Due to a clerical mistake, the client was charged twice.
make a mistake v expr(commit an error)κάνω λάθος περίφρ
 Don't be afraid to make a mistake.
 Να μην φοβάσαι να κάνεις λάθος.
make no mistake interj(believe me, let me assure you) (μεταφορικά, καθομ)στο υπογράφω έκφρ
  χωρίς αμφιβολία έκφρ
 Make no mistake, their relationship won't last - they are incompatible!
my mistake interj(admitting an error)λάθος μου έκφρ
  δικό μου λάθος έκφρ
spelling mistake n(error in writing a word)ορθογραφικό λάθος επίθ + ουσ ουδ
typing mistake n(typo, typographical error)τυπογραφικό λάθος επίθ + ουσ ουδ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'mistake' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [grave, small, minor, major, serious] mistake, mistook me for [someone else, my dad], [some, several, a few, a lot of, 10] mistakes, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση mistake στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «mistake».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!