|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | murdered adj | (person: killed deliberately) | δολοφονημένος μτχ πρκ | | | The murdered tourists were found on the beach. | | | Οι δολοφονημένοι τουρίστες βρέθηκαν στην παραλία. |
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | murder n | (act: deliberate killing) | φόνος ουσ αρσ | | | | δολοφονία ουσ θηλ | | | The murder of a shopkeeper by her husband shocked the community. | | | Ο προμελετημένος φόνος μιας εμπόρου από τον σύζυγό της συγκλόνισε την κοινωνία. | | murder n | (crime: deliberate killing) | φόνος ουσ αρσ | | | | δολοφονία ουσ θηλ | | | (δολοφονία ανθρώπου) | ανθρωποκτονία ουσ θηλ | | | He was convicted of second-degree murder. | | | Καταδικάστηκε για φόνο (or: δολοφονία) δευτέρου βαθμού. | | murder n | (massacre) | φόνος ουσ αρσ | | | | δολοφονία ουσ θηλ | | | (καθομιλουμένη) | φονικό ουσ ουδ | | | A murder was committed in this house several decades ago. | | | Σ' αυτό το σπίτι έγινε ένα φονικό πριν από αρκετές δεκαετίες. | | murder [sb]⇒ vtr | (kill: a person) | δολοφονώ, σκοτώνω ρ μ | | | (μεταφορικά, αργκό) | καθαρίζω ρ μ | | | He murdered his wife. | | | Δολοφόνησε (or: Σκότωσε) τη γυναίκα του. | | | Καθάρισε τη γυναίκα του. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | murder n | figurative, uncountable, slang ([sth] very difficult) (αργκό) | σκότωμα ουσ ουδ | | | (καθομιλουμένη) | μαρτύριο, βασανιστήριο, βάσανο ουσ ουδ | | | (μτφ, καθομιλουμένη) | θάνατος ουσ αρσ | | | I hated doing it. It was murder! | | | Τη σιχάθηκα αυτή τη δουλειά. Ήταν θάνατος (or: μαρτύριο)! | | murder n | (flock of crows) | σμήνος ουσ ουδ | | | | σμήνος από κοράκια φρ ως ουσ ουδ | | Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία, καθώς ο αγγλικός όρος αναφέρεται μόνο σε κοράκια και όχι σε οποιαδήποτε πουλιά. | | | A murder of crows alighted in the treetops, cackling loudly among themselves. |
Ο όρος 'murdered' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|