Listen:
From the verb oblige : (⇒ conjugate ) obliging is: ⓘClick the infinitive to see all available inflections v pres p
Κύριες μεταφράσεις WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
obliging adj (happy to help) εξυπηρετικός, περιποιητικός επίθ The obliging clerk helped the patron find a beautiful new dress.
Κύριες μεταφράσεις WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
oblige [sb] to do [sth] v expr (force, obligate [sb] to do [sth] ) υποχρεώνω, αναγκάζω, εξαναγκάζω ρ μ Daniel's behaviour obliged his mother to apologise on his behalf. Η συμπεριφορά του Ντάνιελ ανάγκασε τη μητέρα του να ζητήσει συγγνώμη εκ μέρους του. oblige [sb] ⇒ vtr (accommodate) βοηθάω, βοηθώ ρ μ εξυπηρετώ ρ μ John asked Mary for help and she was happy to oblige him. Ο Τζον ζήτησε βοήθεια από τη Μαίρη και εκείνη με χαρά τον εξυπηρέτησε. oblige ⇒ vi (accommodate) βοηθάω, βοηθώ ρ αμ εξυπηρετώ ρ μ John asked Mary for help and she was happy to oblige. Ο Τζον ζήτησε από τη Μαίρη βοήθεια και εκείνη με χαρά τον εξυπηρέτησε.
Επιπλέον μεταφράσεις WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
oblige [sb] ⇒ vtr always passive (make indebted, grateful) (εγώ ο ίδιος ) είμαι υπόχρεος σε κπ, είμαι υποχρεωμένος σε κπ ρ έκφρ χρωστάω χάρη σε κπ έκφρ We are much obliged to you for your help.
Ο όρος 'obliging ' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή: