|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | oblivious adj | (unaware) | ανυποψίαστος επίθ | | | | που έχει άγνοια περίφρ | | | (μεταφορικά, καθομιλουμένη) | στον κόσμο μου έκφρ | | | Alfie's language offends many people, but he remains oblivious. | | | Τα λόγια του Άλφι προσβάλλουν πολλούς, αλλά εκείνος παραμένει στον κόσμο του. | | | Τα λόγια του Άλφι προσβάλλουν πολλούς, αλλά εκείνος παραμένει στον κόσμο του. | | oblivious to [sb/sth] adj + prep | (not conscious of [sb], [sth]) | που αγνοεί κπ/κτ περίφρ | | | | που δεν αντιλαμβάνεται κπ/κτ περίφρ | | | (λόγιος) | επιλήσμων επίθ | | | Henry wandered through the crowd, lost in his own thoughts, oblivious to others. | | | Ο Χένρυ περιπλανήθηκε μέσα στο πλήθος, χαμένος στις σκέψεις του, αγνοώντας τους άλλους. |
Ο όρος 'oblivious' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|