• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
on board adv(onto or into: transport) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)-
 Once everyone has climbed on board, the bus will close its doors.
 Όταν επιβιβαστούν όλοι, θα κλείσουν οι πόρτες του λεωφορείου.
on board prep(on or in: transport)σε πρόθ
 I really enjoyed the food on board the cruise liner.
 Μου αρέσει πολύ το φαγητό στο κρουαζιερόπλοιο.
on board advfigurative (working for shared goal)μαζί με περίφρ
  με τη συμμετοχή περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 With you on board, we can make this project a big success!
 Με εσένα μαζί μας, θα κάνουμε αυτό το πρότζεκτ μεγάλη επιτυχία!
 Με τη συμμετοχή σου, θα κάνουμε αυτό το πρότζεκτ μεγάλη επιτυχία!
on board with [sth] adj + prepfigurative, informal (in agreement, support)συμφωνώ με κτ ρ αμ + πρόθ
 (καθομ, μεταφορικά)είμαι μέσα για κτ έκφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Make sure your whole team is on board with this before you go ahead.
 Σιγουρέψω ότι ολόκληρη η ομάδα σου συμφωνεί με αυτό πριν προχωρήσεις.
on-board,
onboard
adj
(computing: on motherboard) (στην μητρική κάρτα)ενσωματωμένος επίθ
 (αργκό, μεταφορικά)φοράω ρ μ
 The device has 8GB of on board memory.
 Η συσκευή έχει ενσωματωμένη μνήμη 8 GB.
on-board,
onboard
adj
(on a ship, vehicle)εντός του πλοίου περίφρ
  μέσα στο πλοίο περίφρ
 (αλλάζει ανάλογα το είδος)εντός του οχήματος περίφρ
  μέσα στο όχημα περίφρ
Σχόλιο: Σε ορισμένες περιπτώσεις παραλείπεται, π.χ. «Αυτό που μου άρεσε καλύτερα στο κρουαζιερόπλοιό μας ήταν το κέντρο αισθητικής που είχε μέσα».
 My favourite thing about our cruise ship was the on-board beauty salon.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
onboard [sb] vtr(induct: new employee) (νέους υπαλλήλους)κατατοπίζω, μυώ ρ μ
 The HR manager explained how the company onboards new employees.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
jump aboard,
jump on board
n
figurative (join [sth])συμμετέχω σε κτ ρ αμ + προθ
 (μεταφορικά)μπαίνω σε κτ ρ αμ + πρόθ
take [sth] on board v exprfigurative (be receptive) (μεταφορικά)παίρνω υπόψιν, παίρνω υπόψη έκφρ
 She wasn't prepared to take my ideas on board.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'on board' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση on board στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «on board».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!