• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
on-duty adj(working)που έχει υπηρεσία περίφρ
  που δουλεύει περίφρ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun.
 The on-duty staff had to call for backup to help deal with the crisis.
 Το προσωπικό που έχει υπηρεσία χρειάστηκε να καλέσει ενισχύσεις για την αντιμετώπιση της κρίσης.
on duty adv(working)εν υπηρεσία φρ ως επίρ
  εν ώρα υπηρεσίας φρ ως επίρ
 (καθομιλουμένη)στη δουλειά φρ ως επίρ
 John never takes personal calls when on duty.
be on duty v expr(be working)δουλεύω ρ αμ
 (γιατρός)εφημερεύω ρ αμ
  έχω εφημερία έκφρ
 I can't go to the party since I am on duty all weekend.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
on active duty expr(working as a soldier)σε ενεργό υπηρεσία περίφρ
  εν ενεργεία έκφρ
 Max won't be called to serve because he is no longer on active duty.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'on duty' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση on duty στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «on duty».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!