owing

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈəʊɪŋ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈoʊɪŋ/ ,USA pronunciation: respellinging)

From the verb owe: (⇒ conjugate)
owing is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: owing, owe

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
owing adj(money: not yet paid)οφειλόμενος μτχ ενεστ
 (καθομιλουμένη)χρωστούμενος μτχ ενεστ
 Please ensure we receive the amount owing by Friday.
 Παρακαλείσθε να διασφαλίσετε ότι θα λάβουμε το οφειλόμενο ποσό έως την Παρασκευή.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
owe [sb] [sth] vtr(be in debt to [sb](κάτι σε κάποιον)χρωστάω, χρωστώ, οφείλω ρ μ
 Having arranged a loan to buy my house, I owe my bank a lot of money.
 Είχα πάρει δάνειο για να αγοράσω το σπίτι μου, και τώρα χρωστάω (or: οφείλω) πολλά χρήματα στην τράπεζα.
owe [sth] vtr(be in debt: by amount) (κάτι, κάτι σε κάποιον)χρωστάω, χρωστώ, οφείλω ρ μ
 I've paid back most of the money but I still owe fifty euros.
 Αποπλήρωσα το μεγαλύτερο ποσό τον χρημάτων, αλλά χρωστάω ακόμα 50 Ευρώ.
owe [sth] to [sb] vtr + prep(be in debt to [sb](κάτι σε κάποιον)χρωστάω, χρωστώ, οφείλω ρ μ
 I owe a fortune to my creditors.
 Χρωστάω μια περιουσία στους δανειστές μου.
owe [sb] [sth] vtrfigurative (need to give) (μτφ: κάτι σε κάποιον)χρωστάω, χρωστώ, οφείλω ρ μ
 I owe you an apology.
 Σου οφείλω μια συγγνώμη.
owe [sth] to [sb/sth] vtr + prepfigurative (have: thanks to [sb/sth])χρωστάω κτ σε κπ, χρωστώ κτ σε κπ, οφείλω κτ σε κπ ρ μ
 He owed his life to the medical skills of his surgeon.
 I owe my good looks to my beautiful grandmother.
 Χρωστούσε τη ζωή του στις ιατρικές ικανότητες του χειρουργού του.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
owing | owe
ΑγγλικάΕλληνικά
owing to prep(because of)εξαιτίας επίρ
  λόγω επίρ
 John and Julie were late, owing to the traffic.
 Ο Τζον και η Τζούλι άργησαν λόγω της κίνησης.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'owing' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: an owing [debt, payment, amount] (of), [pay, pay off, settle] the owing amount, was cancelled owing to [illness, bad weather, technical problems], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση owing στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «owing».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!