owed



From the verb owe: (⇒ conjugate)
owed is: Click the infinitive to see all available inflections
v past
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: owed, owe

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
owed adj(due, to be paid)οφειλόμενος μτχ πρκ
  χρωστούμενος μτχ πρκ
 Please pay the amount owed immediately.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
owe [sb] [sth] vtr(be in debt to [sb](κάτι σε κάποιον)χρωστάω, χρωστώ, οφείλω ρ μ
 Having arranged a loan to buy my house, I owe my bank a lot of money.
 Είχα πάρει δάνειο για να αγοράσω το σπίτι μου, και τώρα χρωστάω (or: οφείλω) πολλά χρήματα στην τράπεζα.
owe [sth] vtr(be in debt: by amount) (κάτι, κάτι σε κάποιον)χρωστάω, χρωστώ, οφείλω ρ μ
 I've paid back most of the money but I still owe fifty euros.
 Αποπλήρωσα το μεγαλύτερο ποσό τον χρημάτων, αλλά χρωστάω ακόμα 50 Ευρώ.
owe [sth] to [sb] vtr + prep(be in debt to [sb](κάτι σε κάποιον)χρωστάω, χρωστώ, οφείλω ρ μ
 I owe a fortune to my creditors.
 Χρωστάω μια περιουσία στους δανειστές μου.
owe [sb] [sth] vtrfigurative (need to give) (μτφ: κάτι σε κάποιον)χρωστάω, χρωστώ, οφείλω ρ μ
 I owe you an apology.
 Σου οφείλω μια συγγνώμη.
owe [sth] to [sb/sth] vtr + prepfigurative (have: thanks to [sb/sth])χρωστάω κτ σε κπ, χρωστώ κτ σε κπ, οφείλω κτ σε κπ ρ μ
 He owed his life to the medical skills of his surgeon.
 I owe my good looks to my beautiful grandmother.
 Χρωστούσε τη ζωή του στις ιατρικές ικανότητες του χειρουργού του.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
owe | owed
ΑγγλικάΕλληνικά
owe [sb] an apology v expr(need to say sorry)χρωστάω μια συγγνώμη σε κπ εκφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'owed' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση owed στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «owed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!