perfectionist

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/pərˈfɛkʃənɪst/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(pər fekshə nist)

  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
perfectionist n([sb] obsessed with high standards)τελειομανής ουσ αρσ/θηλ
  περφεξιονιστής, περφεξιονίστρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
Σχόλιο: Ο όρος 'περφεξιονίστρια' δεν είναι ευρέως διαδεδομένος.
 She's a perfectionist as a cook – that's why we're waiting so long.
 Είναι τελειομανής ως μαγείρισσα. Γι'αυτό περιμέναμε τόσο πολύ.
perfectionist adj(showing obsession with high standards)τελειομανής ουσ αρσ/θηλ
  περφεξιονιστής, περφεξιονίστρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
Σχόλιο: Ο όρος 'περφεξιονίστρια' δεν είναι ευρέως διαδεδομένος.
 A perfectionist approach won't work with gardening.
 Το να είναι κανείς τελειομανής δεν είναι καλό στην κηπουρική.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'perfectionist' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση perfectionist στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «perfectionist».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!