| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| pervading adj | (constantly present, felt) | διάχυτος επίθ |
| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| pervade [sth]⇒ vtr | (spread through) | διαχέομαι ρ αμ |
| | | απλώνομαι ρ αμ |
| | A sense of merriment began to pervade the room. |
| | Μια αίσθηση ευθυμίας άρχισε να διαχέεται στο δωμάτιο. |
| pervade [sth] vtr | figurative (affect all aspects of) (επίσημο, μεταφορικά) | διαποτίζω ρ μ |
| | His gloomy pessimism pervades his latest novel. |
| | Η σκοτεινή απαισιοδοξία του έχει διαποτίσει το τελευταίο μυθιστόρημά του. |
Ο όρος 'pervading' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή: