• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: pervading, pervade

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pervading adj(constantly present, felt)διάχυτος επίθ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pervade [sth] vtr(spread through)διαχέομαι ρ αμ
  απλώνομαι ρ αμ
 A sense of merriment began to pervade the room.
 Μια αίσθηση ευθυμίας άρχισε να διαχέεται στο δωμάτιο.
pervade [sth] vtrfigurative (affect all aspects of) (επίσημο, μεταφορικά)διαποτίζω ρ μ
 His gloomy pessimism pervades his latest novel.
 Η σκοτεινή απαισιοδοξία του έχει διαποτίσει το τελευταίο μυθιστόρημά του.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
pervading | pervade
ΑγγλικάΕλληνικά
all-pervading,
all-pervasive
adj
(affecting everything)πανταχού παρών έκφρ
  διάχυτος επίθ
  γενικευμένος επίθ
  γενικός επίθ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'pervading' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pervading στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «pervading».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!